Μια αληθινή ιστορία που χάνεται στον χρόνο, καταδεικνύει όμως πώς ήταν, και πρέπει να είναι ο ειλικρινής άνθρωπος, έστω κι αν φαίνεται αφελής...
Είναι μια πραγματική ιστορία, που χάνεται στον χρόνο και
έχει σβήσει από την μνήμη των πολλών όπως και τα ονόματα των
πρωταγωνιστών. Την άκουσα στην πλατεία του χωριού μου κάτω από τον μεγάλο πλάτανο
από τον Βασίλη Βασιλόπουλο (Μαγαζά)
Ο Αμερικάνος Στρεζοβινός, γύρισε μετά από πολλά χρόνια στο
χωριό του για να ειδή τους δικούς του.
Εκεί γνώρισε και αγάπησε μια
Γλανιτσιώτισα το επώνυμό της ήταν Ρουμελιώτη. Καθόταν
κοντά στον Λάδωνα ( στον Κούφιο) με την οικογένειά της. Πήγε στην
Στρέζοβα να πωλήσει ξύλα. Σαν την είδε ο Αμερικάνος την λιμπίστηκε, του άρεσε
και ζήτησε τα ξύλα να τα μεταφέρει στο σπίτι του.
-Δεσποινίς της είπε, ούτε το όνομά σου δεν
ξέρω, μα τολμώ να σας πω πως μου αρέσετε και θέλω ν σας παντρευτώ. Αν
συμφωνήσουμε θα σε παντρευτώ και θα φροντίσω σύντομα να φύγουμε για την
Αμερική.
-Μακάρι να συμφωνήσουν οι δικοί μου, του απάντησε και τον
κοίταξε ερευνητικά. Φτάνει να το δεχτούνε. Και τι δεν ήταν καλό πάνω σε αυτή
την κοπέλα. Όμορφη χαρωπή, κρυστάλλινη φωνή, περήφανη περπατησιά, ξανθά μαλλιά
ριχτά στους ώμους της και μαύρα γλαρά τα μάτια της. Το είπε το βράδυ στους
δικούς του.
Ο πατέρας του και τα αδέρφια όταν το έμαθαν,
ζήτησαν να πάρει οπωσδήποτε προίκα και τότε να την παντρευτεί.
Πήγε ο γαμπρός στο σπίτι της νύφης και οι γονείς
της τον υποδέχτηκαν με χαρά και έκπληξη.
Ξέρετε τον σκοπό μου τους είπε, ήρθα να ζητήσω
την κόρη σας για γυναίκα μου. Τσούγκρισαν τα ποτήρια και τον
δέχτηκαν για γαμπρό τους.
-Όλα καλά μέχρι εδώ, από προίκα τι θα της
δώσετε; Ρώτησε!
-Τίποτε απάντησε ο πατέρας της. Προίκα δεν έχει. Ο
Αμερικάνος σκεπτόταν πως θα ξεπεράσει το πρόβλημα με τον
πατέρα και τα αδέρφια του και βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Η κοπέλα ήταν καλή και
την ήθελε.
Πριν φύγει από το σπίτι της νύφης , λέγει στον μέλλοντα πεθερό
του πως είναι σύμφωνος χωρίς να πάρει προίκα. Βγάζει όμως από την
τσέπη του και του δίνει 5.000 δολάρια.
-Να του λέγει, αφού δεν έχεις προίκα, να μου τα
δώσεις όταν έλθω εδώ με τον πατέρα μου και τα αδέρφια μου.
Φτάνοντας μια ημέρα στο σπίτι της νύφης με τους
δικούς του και μερικούς συγγενείς ακόμη, για να τελειώσουν το
συνοικέσιο τους κέρασε η νύφη και συζητούσαν για το γάμο
που έπρεπε να γίνει γρήγορα γιατί ο Αμερικάνος έπρεπε να γυρίσει στην
Αμερική. Όλοι ήξεραν για την προίκα της νύφης πως ήταν πέντε
χιλιάδες δολάρια.
Στην συζήτηση επάνω πηγαίνει ο πατέρας της
νύφης στην κρυψώνα που είχε τα χρήματα και τα φέρνει, ένα
δεματάκι όπως τα είχε πάρει δεμένα και τα δίνει στον μέλλοντα γαμπρό
του.
-Να ! Πάρε τα όπως μου τα έδωσες , τώρα που είναι και οι
δικοί σου εδώ.
-Τι είναι αυτά; Του λέγει ο γαμπρός.
-Να του λέγει, μπροστά στους συγγενείς του. Είναι τα
χρήματα που μου έδωσες για την προίκα της κόρης μου. Εγώ δεν τα
πείραξα, άμα θέλεις μέτρησέ τα.
Πόσο αφελείς και ειλικρινείς ήταν αυτοί οι άνθρωποι!!
Σίγουρα θα έχετε απορία ,
αλλά δεν μπορώ να την λύσω. Ο γάμος δεν ξέρω αν τελικά έγινε!
Είναι μακρινά τα χρόνια της ιστορίας και χάθηκε με το
πέρασμα του χρόνου.
Βαγγέλης Κ. Χριστόπουλος -Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου