Σελίδες

Σαπφώ Νοταρά, 11 Ιουνίου 1985: Το Άβατο της μοναξιάς της, δεν το πάτησε ποτέ κανείς

 
14/6/2026

Η Σαπφώ Νοταρά, που τόσο γέλιο μάς χαρίζει μέσα από τις ταινίες της, έζησε μισοκρυμμένη στις σκιές της ζωής...

Μία αναδρομή στη ζωή της, βασισμένη σε κείμενο του Γιώργου Μανιώτη

Η Σαπφώ Νοταρά πέθανε στις 11 Ιουνίου 1985 στο Κουκάκι. Γεννήθηκε το 1907 στη Βήσσανη Ιωαννίνων. Ο συγγραφέας Γιώργος Μανιώτης της αφιέρωσε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2000, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Τα Σαντέ της Σαπφώς», που ήταν η μάρκα των τσιγάρων που κάπνιζε μετά μανίας η ηθοποιός.

«Τελείωσε το Πανεπιστήμιο – από τις λίγες γυναίκες τότε – εργαζόταν στην Τράπεζα και ξαφνικά αποφάσισε να αλλάξει το επίθετό της και να βγει στο Θέατρο.

Μου είπε ότι το 1935 στην Αίγυπτο, την είχε ερωτευθεί ένας εργοστασιάρχης και της έλεγε να τον παντρευτεί και θα της έχτιζε τρία θέατρα, αλλά αυτή δεν τον αγαπούσε και τον είχε διώξει, κι εγώ της είπα: ”Σαπφώ, έπρεπε να θυσιαστείς για την Τέχνη βρε παιδί μου, τώρα θα είχες τρία θέατρα”, και μου είπε ότι είμαι ένας βλαξ, διότι ο εργοστασιάρχης ήταν χημικός, είχε κάνει πειράματα, είχε παραμορφωθεί και είχε γίνει σαν τον Φρανκεστάιν…!

Μου είπε ότι παρασύρθηκε από μια επιτυχία που είχε όταν άρχισε να μιλάει με αυτό το χαρακτηριστικό ύφος, γιατί δε μιλούσε έτσι η γυναίκα, έγινε ένας Τύπος, “κι έχασα” μου λέει, “όλο το μέλλον μου και όλα τα ”νερά” μου”.

Τη φωνή της, τη ”δανείστηκε” όταν ένα παιδάκι στο διάδρομο μιας πολυκατοικίας, της είπε με άγρια φωνή: ”Σταμάτα ή πυροβολώ!”.

Μόνο ως πρώτη ύλη βέβαια τη χρησιμοποίησε όπως το παιδάκι, μέχρι η φωνή της να γίνει ένα ολοκληρωμένο μουσικό όργανο.

Πίσω από τη βροντερή και βραχνή φωνή της υπηρέτριας και της σπιτονοικοκυράς που της έδιναν να παίζει στον κινηματογράφο, υπήρχε ένα άτομο παρατημένο από τις ανθρώπινες φιλοδοξίες των ημερών.

Με μια παράξενη ανθρωπιά και αγνότητα, που έκανε τους ρόλους της τόσο πιστευτούς, γιατί έδινε στις λέξεις ύλη όταν φώναζε: ”Μπουρλότο!”.

Η πλειοψηφία των συναδέλφων της, τη θεωρούσε απλά κωμικό πρόσωπο.

Έμενε σ’ ένα φτωχό δυαράκι κάτω απ’ την Ακρόπολη. Στο σπίτι της δεν έβαλε ποτέ κανέναν.

Στη διάρκεια της ημέρας την έβλεπες να κάθεται μονάχη της στο τραπεζάκι κάποιου καφενείου, να πίνει τον καφέ της, να μηρυκάζει την θλίψη της, να ηλεκτρίζεται στη θέα των απομάχων της ζωής, και να καπνίζει τα κόκκινα τσιγάρα της.

Οι άνθρωποι του θεάματος όπως πάντα, δεν κατάλαβαν τίποτα μέσα στην ατσαλάκωτη ηθελημένη υπεραισιοδοξία των λινών κουστουμιών τους.

Δεν της φέρθηκαν καλά, δεν εκτίμησαν το ταλέντο της, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τον αρχαίο σπαραγμό της. Όλο κάτι ρόλους υπηρέτριας και σπιτονοικοκυράς τής έδιναν.

Πρόσωπα λαϊκά χωρίς φύλο και επιθυμίες, που είχαν κάνει την αυτοθυσία δεύτερη φύση. Πρόσωπα που κανείς δεν υπολόγιζε αν ζουν ή πεθαίνουν.

Πρόσωπα της υπομονής, που οι άλλοι γύρω, οι καινούργιοι κυρίαρχοι των σπιτιών, σπάγανε πλάκα με τις αντιδράσεις τους.

Το κοινό γελούσε και ξεκαρδιζόταν με τις γκριμάτσες του προσώπου της και τις αγριοφωνάρες της, ποτέ όμως αυτοί δεν είχαν σταθεί να παρατηρήσουν τα αιώνια λυπημένα μάτια της.

Ποτέ όλοι αυτοί δεν είχαν αναρωτηθεί αν τα πρόσωπα που υποδυόταν νιώθουν λύπη ή χαρά.

Με ό,τι κι αν έκανε γελούσαν, όταν θύμωνε γελούσαν, όταν χαιρόταν γελούσαν, όταν έκλαιγε γελούσαν. Αυτήν την ίδια και τα πρόσωπα που υποδυόταν δεν τα θεωρούσαν ανθρώπους ζωντανούς.
Ήταν οι απαραίτητες καρικατούρες για να γεμίζουν τα κενά της νόμιμης και επίσημης δράσης των συζύγων και των ερωτευμένων.

Αυτή όμως δεν είχε πάρει μέρος σε τέτοιου είδους παιχνίδια.

Είχε αποχωρήσει στη γωνιά της και σαν λαβωμένο θηρίο παρατηρούσε έκθαμβη τα απελπισμένα καμώματα των άλλων, που νόμιζαν ότι θα δώσουν κάποιο νόημα στη ζωή τους.

Ήταν φυσικό λοιπόν όλοι αυτοί οι καινούργιοι υπερδραστήριοι με τα σπορ αυτοκίνητα, να μη σέβονται τη στάση της ζωής της και να την θεωρούν κωμικό πρόσωπο. Γι’ αυτό της έδιναν πάντα τους ρόλους ενός χρήσιμου παρείσακτου, που ενώ νομίζει ότι εκτός παιχνιδιού γίνεται το γελαστό σκιάχτρο τους και το προς αποφυγήν παράδειγμα. Αυτή όμως δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν, δεν έδειξε ποτέ την αηδία της για τις νοικοκυρεμένες ψυχές τους.

Πάντα ήταν ντυμένη ευπρεπώς, και στις κοινωνικές συναναστροφές νευρική, αλλά συνεπέστατη. Το μόνο σημάδι που φανέρωνε την βαθιά της αντίθεση ήταν το κόκκινο πακέτο των τσιγάρων της.

Μέσα στις συναναστροφές έψαχνε απεγνωσμένα να βρει τους ομοίους της.

Οι καιροί ήταν και είναι σκληροί, και κανείς δεν έδειχνε και δεν δείχνει αυτό που πραγματικά πιστεύει και σκέφτεται.

Προς το τέλος της ζωής της, άνθρωποι σοφοί εκτιμήσανε τη λύπη και το παράπονό της.

Τράβηξαν τη μάσκα του θηλυκού παλιάτσου από το πρόσωπό της, και άφησαν να ηχήσει μέσα στην έρημη χώρα σπαρακτικά η τραγική δύναμη του ταλέντου της. Μόλις που κάτι πρόλαβε να παίξει με το αληθινό της πρόσωπο, μόλις που κάτι πρόλαβε να διαβάσει στο ραδιόφωνο με την αληθινή της φωνή, όμως κι αυτά τα λίγα, τα ελάχιστα, στάθηκαν υπεραρκετά για να αιχμαλωτίσουν τη μνήμη μας μια για πάντα.

Ύστερα από λίγο, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτόν τον άχαρο τόπο, ένα πρωί την βρήκαν νεκρή καθισμένη σε μια ψάθινη καρέκλα, πεσμένη με το μισό της σώμα πάνω στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, να ‘χει το χέρι της τεντωμένο για να πιάσει τα κόκκινα τσιγάρα της που το απόγευμα τα είχε ακουμπήσει στην άλλη άκρη…».

Πριν από 7 χρόνια κάτω από το κείμενο του Γιώργου Μανιώτη αναρτήθηκε ένα σχόλιο. Η συμπυκνωμένη γραφή του σχολίου είναι απρόσμενα εντυπωσιακή και η περιγραφή εξαιρετική:

«Πρέπει να ήταν τέλη της δεκαετίας τού ’60, Κουκάκι, οδός Μπέλλες, ένα ψευτό-ψιλικατζίδικο τής εποχής, τσιγάρα, γάλα, γιαούρτι και κουβαρίστρες, ήταν στενό και μακρουλό από κατασκευής, σκοτεινό καί παρατημένο από άποψη ή από ανάγκη ή από βαριά θλίψη. Η ιδιοκτήτρια είχε μιά φιλενάδα, καθόταν στό βάθος τού μαγαζιού σε μιά Βιεννέζικη, τίς λέγαμε τότε, καρέκλα. Μέσα στό μόνιμο ημίφως σχεδόν δέν φαινόταν, τήν ώρα πού άρχιζες να αναρωτιέσαι άν πράγματι υπήρχε κάποιος εκεί, ερχόταν μια σπηλαιώδης αλλά τσαχπίνικη καί εύθυμη φωνή πού φανερά περίμενε να προκαλέσει και να απολαύσει το χαμόγελο πού τελικά έπαιρνε από τα παιδιά: “Αυτά σού είπε η μάνα σου να πάρεις ή ξέχασες τίποτα;”.

Δέν ξέρω γιά τήν αποδοχή πού είχε στήν ζωή της αλλά χάρισε πολλά χαμόγελα στα παιδιά πού θεωρούσαν κατόρθωμα καί τίτλο τιμής πού “η κυρία στό σκοτάδι” τούς μίλησε. Χρόνια μετά, για τα παιδιά, η φωνή απέκτησε πρόσωπο, καί πολλά χρόνια αργότερα τό κείμενο με ακρίβεια τήν περιέγραψε:

“Έτσι φρόντισε να κρατήσει τον εαυτό της, αόρατο σχεδόν, μισοκρυμμένο πάντα στις πίσω σκιές των κτηρίων”».

Από Εβελίνα Δαβάκη - Πηγή: zougla.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου