Μια λαμπάδα φωτεινή, αναστάσιμη… που ζέστανε την Πίστη και την Ελλάδα, κι έκαψε τη Σλαβική ψευτιά, των ψευδομακεδόνων.
Η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου, Ελληνίδα διδασκάλισσα και εθνική ηρωίδα, γεννήθηκε το 1885 στη Γευγελή της Πελαγονίας, σπούδασε, αρχικά, στο Παρθεναγωγείο στο Μοναστήρι, την ελληνικότατη αρχαία «χώρα» Ηράκλεια Λυγκηστίδα τη σημερινή Μπίτολα, και αποφοίτησε από το Ανώτερο Παρθεναγωγείο Θεσσαλονίκης σε ηλικία 17 ετών.
«Στα δεκαοκτώ της χρόνια διορίστηκε δασκάλα στη Βογδάνιτσα. Ωραιότατη, με ψηλό ανάστημα κι επιβλητική εμφάνιση, διακρινόταν για τα ελληνοχριστιανικά της ιδεώδη και η βαθιά συνειδητοποίηση του χρέους… »
Από το 1903 δίδαξε Ελληνική γλώσσα και Ιστορία στα παιδιά της Βογδάντσας, Ελληνικό χωριό, η παρουσία της εξόργισε τους Βουλγάρους, και με συνεχείς απειλές προσπάθησαν να εμποδίσουν το έργο της να αναζωογονήσει και να κρατήσει άσβεστη τη φλόγα της Ελληνικής συνειδήσης στα μικρά παιδιά του χωριού.
Την παρενοχλούν, την βρίζουν, την απειλούν μα εκείνη δεν πτοείται. Το Βουλγαρικό κομιτάτο αφού απέτυχε να την εξαγοράσει ή να την εκφοβίσει, την προέγραψε και αποφάσισε την δολοφονία της ορίζοντας μεγάλο χρηματικό ποσό ως επικήρυξη.
Το Ελληνικό Προξενείο όταν έμαθε την προγραφή της Χατζηγεωργίου, για μεγαλύτερη ασφάλεια, τη μετέθεσε ως δασκάλα στο χωριό Γρίτσιστα, βόρεια της Γευγελής, που σήμερα ονομάζεται Κράλιεβο Σέλο, ένα Ελληνοχώρι ψηλά στις όχθες του Αξιού ποταμού εκεί που ο ποταμός του Βαλάντοβου χύνει τα νερά του στον Αξιό. Οι κομιτατζήδες την έδιωξαν από το χωριό πέντε φορές, όμως κάθε φορά που την απομάκρυναν η Χατζηγεωργίου επανερχόταν στην υπηρεσία της.
Το Ελληνικό Κομιτάτο με επιστολή που απέστειλε στον Κρητικό αξιωματικό Καπετάν Μανώλη Κατσίγαρη, το αντάρτικο σώμα του οποίου δρούσε στην περιοχή, απ’ τους Ευζώνους ως το Βαλάντοβο κι απ’ την Δοϊράνη ως την Στρώμνιτσα, του ανέθεσε την ευθύνη της εγκαταστάσεως και της ασφάλειας της Χατζηγεωργίου. Η επιστολή του Κομιτάτου γράφει:
«Καπετάν Μανώλη, Θα προσφέρης μεγάλην υπηρεσίαν εις τον αγώνα μας, αν προστατεύσης την διδασκάλισσαν Αικατερίνην Χατζηγεωργίου, η οποία υπηρετεί εις την Μπογδάντσα. Οι εχθροί μας την έχουν οριστικώς προγράψει, αν μείνει εκεί, και θα χάσωμεν πολυτιμωτάτην δια την Πατρίδα ύπαρξιν. Συνώδευσέ την λοιπόν μέχρι της Γρίτσιστας με τα παληκάρια σου, όταν μεταβής εκεί. Μην την αφήσεις ούτε βήμα. Εις την Αικατερίνην εγράψαμεν να σας ακολουθήση με πάσαν εμπιστοσύνην».
Ο Κατσίγαρης την συνόδευσε στην Γρίτσιστα με ένα μικρό Ελληνικό σώμα ανταρτών. Πριν καν απομακρυνθεί το σώμα του Κατσίγαρη τριπλάσιοι σε αριθμό Βούλγαροι κομιτατζήδες επιτέθηκαν κατά των κατοίκων του χωριού, γιατί δέχθηκαν πάλι τη δασκάλα, αλλά αποκρούστηκαν.
Η επίθεση στο χωριό
Την 11η Σεπτεμβρίου οι κάτοικοι του χωριού, με την προτροπή της δασκάλας, αντιστάθηκαν κι έδιωξαν από το χωριό τη συμμορία των κομιτατζήδων του Αντωνίου Κιόσε. Το βράδυ της 13ης Οκτωβρίου, λίγες ώρες μετά το θάνατο του Παύλου Μελά σε συμπλοκή της ομάδος του με Τούρκους στρατιώτες, στην Γρίτσιστα στο σπίτι του Άγγελου Σίσκου, όπου λειτουργούσε το σχολείο του χωριού και φιλοξενούνταν η Αικατερίνη Χατζηγεωργίου, γύρω από το τζάκι είναι καθισμένοι ο Σίσκος, ο Κώστας Σιωνίδης και ο Λεωνίδας Σιωνίδης, εξάδελφοι της Χατζηγεωργίου, καθώς κι ο Γρηγόρης Μηλόβας. Στο σπίτι βρίσκονται ακόμη, η Βασιλική, η γυναίκα του Σίσκου, και δύο εννιάχρονα κορίτσια, η Ζαχαρούλα, η κόρη του Σίσκου, κι η Ανδρομάχη, η κόρη του Σιωνίδη.
Πλησίαζαν τα μεσάνυχτα, όταν ακούστηκαν δυο-τρία διακριτικά χτυπήματα στην μεγάλη δίφυλλη εξώπορτα κι όταν ο Σίσκος ρωτάει ποιος είναι, παίρνει την απάντηση: -«Έλληνας Καπετάνιος, μωρέ, είμαι.. Ο Καραμανώλης… θέλω την Κατερίνα.» Η Χατζηγεωργίου, που γνώριζε την φωνή και την ομιλία του Κατσίγαρη, καθώς διατηρούσε ανάλλαγη την κρητική προφορά, ενώ η προφορά αυτού που μίλησε ήταν χοντρή, απάντησε στον άγνωστο: -«Εγώ δεν έχω σχέση με κανέναν Καπετάνιο. Πήγαινε, άνθρωπέ μου, στο καλό κι άφησέ με ήσυχη να κοιτάζω την δουλειά μου.»
Ο Βούλγαροι κομιτατζήδες, με αρχηγό τον βοεβόδα Λεώνε, έχοντας την πληροφορία ότι στο χωριό υπήρχαν ελάχιστοι που θα μπορούσαν να το υπερασπιστούν, επιτέθηκαν. Λίγη ώρα αργότερα κι αφού απέτυχε η προσπάθειά τους να σπάσουν την πόρτα και να εισβάλλουν, αποφάσισαν να κάψουν το σπίτι. Μετά από τρεις ώρες αναποτελεσματικών πυροβολισμών, την ώρα που η ατρόμητη Χατζηγεωργίου γεμίζει το όπλο της, ένας Βούλγαρος κομιτατζής με αναμμένο πυρσό, σπάει ένα παράθυρο του ισογείου και τον ρίχνει μέσα. Το ξύλινο εσωτερικό του σπιτιού λαμπαδιάζει αμέσως, δημιουργώντας μια κόλαση φωτιάς, όμως η Κατερίνα όπως και οι άλλοι συνεχίζουν να πυροβολούν μέχρι να σωθούν οι σφαίρες τους και ώσπου να τους κάψουν οι φλόγες, που έχουν φτάσει ως τη στέγη. Πατώματα, παράθυρα, οροφές, πόρτες και έπιπλα καίγονται, την ώρα που κοριτσίστικες τσιριξιές και φωνές καλούν σε βοήθεια.
Ο Θάνατος της Αικατερίνης Χατζηγεωργίου
Για το τέλος της Χατζηγεωργίου γράφει η Πηνελόπη Δέλτα στο
έργο της «Στα μυστικά του Βάλτου»:
«…δυο ώρες, με το πιστόλι στο χέρι, αμύνουνταν μόνη! Τότε έβαλαν φωτιά …{…}… οι
Βούλγαροι, και πνιγμένη από τον καπνό, με δυο κοριτσάκια, πήδηξε η
Χατζηγεωργίου από το παράθυρο. Τα θηρία την έπιασαν και την αποκεφάλισαν, καθώς
και τα κοριτσάκια, και τις ξανάριξαν πάλι μες στις φλόγες. Μόνο από την
καλτσοδέτα της αναγνώρισαν τη Χατζηγεωργίου…».
Σε λίγο ένας τριγμός ακούγεται κι η στέγη πέφτει με πάταγο πάνω στα ερείπια του
σπιτιού, ενώ ο ουρανός γεμίζει σπιθοβολήματα, καθώς από το σπίτι έχουν πια
μείνει μόνο στάχτη και καπνισμένα ντουβάρια. Την ώρα που ο βοεβόδας Λεώνε
πανηγυρίζει για το κατόρθωμά του, κάτω από τα ερείπια βρίσκονται καρβουνιασμένοι
οι άνθρωποι του σπιτιού κι οι επισκέπτες τους. Μαζί με το νεκρό σώμα της
Χατζηγεωργίου κάηκαν ο Άγγελος Σίσκος, η σύζυγός του Βασιλική, η θυγατέρα του
Ζαχαρούλα, ο Γρηγόριος Μηλόβας, ο συγγενής του Σίσκου παντοπώλης Κωνσταντίνος
Σιωνίδης και η θυγατέρα του Ανδρομάχη. -Πηγή: iconandlight
Διαβάστε επίσης:
-Την έκαψαν οι σλάβοι την δασκάλα μας το 1904 και την δολοφόνησαν ξανά, Έλληνες, τον 21ο αιώνα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου