2/6/2022
Ο Μιχαήλ Δέφνερ ή Δεφνερός όπως έλεγε ο ίδιος, είχε ένα πάθος, την Ελλάδα, γι΄ αυτό και ήρθε να ζήσει στην πατρίδα μας! Μάλιστα, εμφύσησε αυτή την αγάπη στην οικογένειά του, και ο εγγονός του πολέμησε μαζί με τους Έλληνες στο αλβανικό μέτωπο! Επίσης, απέδειξε ότι η τσακωνική διάλεκτος δεν έχει καμία σχέση με την σλαβική γλώσσα, αφού καταγόταν απευθείας από την αρχαία Λακωνική.
Ο Δρ. Μιχαήλ Δέφνερ, διακεκριμένος φιλόλογος, αρχαιολόγος και νεοελληνιστής, και απόγονος παλιάς γερμανικής οικογένειας που οι ρίζες\της χάνονται πέρα απ’ το Μεσαίωνα, γεννήθηκε στην πόλη Ντόναουβερτ της Βαυαρίας στις 18 Σεπτεμβρίου 1848. Ο πατέρας του λεγόταν Ιωσήφ και η μητέρα του Ιωάννα Κλενκ. Γράφτηκε στο πανεπιστήμιο του Μονάχου το Σεπτέμβριο του 1867.Σπούδασε κοντά στον ελληνιστή Γουλιέλμο Κριστ και τον αρχαιολόγο Ερρίκο Μπρουν.
Από το Φεβρουάριο του 1868 μαθαίνει νεοελληνικά κοντά στον Ηπειρώτη καθηγητή Ματθαίο Παρανίκα. Από το 1869 σπουδάζει στη Λειψία συγκριτική γλωσσολογία κοντά στο Γεώργιο Κούρτιο και αρχαιολογία κοντά στον Ιωάννη Όβερμπεκ.
Ο Δέφνερ ήρθε για πρώτη φορά στην Ελλάδα για τις ανάγκες της διδακτορικής του εργασίας, η οποία επιγραφόταν «Neograeca» ήτοι η φθογγολογία και η προφορά της νεοελληνικής. Το 1871 αναγορεύτηκε από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας διδάκτωρ της φιλοσοφίας και την εναίσιμο διατριβή του γραμμένη εξ ολοκλήρου στα λατινικά συμπεριέλαβε ο καθηγητής του Κούρτιος στον τέταρτο τόμο των «Μελετών» του.
Ο Δέφνερ όμως αγαπούσε παθολογικά την Ελλάδα αρχαία και σύγχρονη. Έτσι το Σεπτέμβριο του 1871 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα και διδάσκει Γερμανικά και Λατινικά στο ιδιωτικό Λύκειο του Παναγιώτη Αντωνιάδη. Το διάστημα εκείνο παντρεύεται την παιδική του φίλη Μαγδαληνή Φάιχτιγκερ από το Ντόναουβερτ, που του χάρισε πέντε παιδιά. Στη συνέχεια λαμβάνει και την ελληνική υπηκοότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Σεπτέμβρη του 1877 ο Κυριάκος Βενιζέλος αναζητώντας εξειδικευμένες σπουδές ως προς το επάγγελμα του εμπόρου για το γιο του Ελευθέριο, στέλνει το μικρό τότε Λευτέρη στο Λύκειο Αντωνιάδη. Εκεί θα φοιτήσει οικότροφος, παρακολουθώντας τα μαθήματα της Δευτέρας και Τρίτης Γυμνασίου, μέχρι το 1879. Ο Εθνάρχης θα γνωρίσει τότε το Μιχαήλ Δέφνερ, από τον οποίο θα διδαχθεί Γερμανικά το 1882
Το
1872 ο
Δέφνερ διορίστηκε υφηγητής της συγκριτικής γλωσσολογίας και της λατινικής φιλολογίας και γλώσσας στο Πανεπιστήμιο
Αθηνών, πρώτος τη τάξει. Περίφημη κατέστη η τρίτομη Λατινική
του «Μέθοδος», η οποία κατά τους ειδικούς ήταν η καλύτερη μέθοδος
για να μάθει κανείς Λατινικά και γαλούχησε γενιές φιλολόγων και νομικών. Το έργο αυτό υπογράφει ως Μιχάηλ Δέφνερος και διδασκόταν όχι μόνο στην ελεύθερη Ελλάδα, αλλά και στην Κωνσταντινούπολη,
στη Σμύρνη και στην απώτατη γωνία του Ευξείνου Πόντου
«και τούτο χωρίς ουδόλως να ενεργήσει υπέρ αυτής» όπως λέει χαρακτηριστικά
ο ίδιος στον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης (Αθήνα 1882).
Από το 1877 διετέλεσε πρώτος Βιβλιοφύλακας της Εθνικής Βιβλιοθήκης για 33 ολόκληρα χρόνια μέχρι το 1910, αλλά εκτελούσε χρέη Διευθυντή με τις συχνές εναλλαγές των κυβερνήσεων. Έπαιξε αποφασιστικό ρόλο εκεί και είναι ο εισαγαγών το ισχύον σύστημα στην Εθνική Βιβλιοθήκη, που ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του. Ανάλωσε όλη τη ζωή του για αυτό το σκοπό. Γράφει σχετικά ο έφορος της Βιβλιοθήκης και πασίγνωστος λόγιος Εμμανουήλ Ροΐδης «ο μετά εν έτος ως βιβλιοφύλαξ προσληφθείς και κατ’ ευτυχίαν κατορθώσας ν’ αντιστή μέχρι σήμερον εις τα κατ’ αυτού ως αλλογενούς παντοίας επιθέσεις και διαβολάς κ. Μιχαήλ Δέφνερ, επιμόχθως αγωνίζεται από τριετίας όπως επαναγάγει τάξιν τινά εις το χάος τούτο, ικανά αναταξινομήσας βιβλία, διορθώσας εσφαλμένα δελτία και καταγράψας λησμονηθέντας τόμους»
Ωστόσο το μείζων έργο του Δέφνερ ήταν οι πάμπολλες περί τσακωνικής διαλέκτου πραγματείες του, βασισμένες σε επιτόπια μελέτη για λογαριασμό της Ακαδημίας του Βερολίνου, στην περιοχή της Τσακωνιάς στην Πελοπόννησο, σπουδαιότερη εκ των οποίων είναι το Λεξικόν της Τσακωνικής Διαλέκτου (1923).
Με τις μελέτες του αυτές απέδειξε επιστημονικά, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, ότι η τσακωνική
διάλεκτος, δεν ήταν σλαβογενής, όπως μέχρι τότε πιστευόταν, αλλά καταγόταν απευθείας από την αρχαία Λακωνική. Λόγω αυτών των εργασιών του, που τον κατέστησαν τον κυριότερο ερευνητή της τσακωνικής διαλέκτου ανακηρύχτηκε επίτιμος δημότης Λεωνιδίου Αρκαδίας.
Επίσης επισκέφθηκε τα νότια παράλια του Ευξείνου Πόντου και συνέγραψε ανέκδοτο «Λεξικόν της Τραπεζουντιακής διαλέκτου» συγκείμενο εξ 9.500 λέξεων, το οποίο δώρισε στην Ακαδημία Αθηνών και την Ακαδημία του Βερολίνου.
Τα σύννεφα όμως του Πρώτου παγκοσμίου Πολέμου δεν άργησαν να σκεπάσουν βαριά και την Ελλάδα. Ο ίδιος ο Δέφνερ αποφεύγει την εμπλοκή του στα πολιτικά πάθη και δεν κομματίζεται. Ως επιμελητής των βασιλικών βιβλιοθηκών, φίλος του Μανούσου Κούνδουρου και του Ελευθερίου Βενιζέλου διατηρεί καλές σχέσεις τόσο με τη βενιζελική, όσο και με τη βασιλική παράταξη. Μετά όμως την επικράτηση του Κινήματος της Εθνικής Αμύνης τον Ιούνη του 1917, η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις Κεντρικές Αυτοκρατορίες και πολλοί Έλληνες και ξένοι υπήκοοι, που ήταν, ή θεωρήθηκαν σαν αντιφρονούντες, θα οδηγηθούν στην εξορία. Μεταξύ αυτών και ο Δέφνερ. Θα εκτοπιστεί αρχικά στη Σκύρο και μετά από παρέμβαση του παλιού του μαθητή και Πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθερίου Βενιζέλου, θα μεταβεί το 1918 στην ιδιαίτερη πατρίδα του τελευταίου, τα Χανιά, προκειμένου να τύχει ευνοϊκότερης μεταχείρισης.
Το ανήσυχο όμως πνεύμα του δεν πτοείται. Εκμεταλλεύεται τις συγκυρίες αυτές για να επιδοθεί με ζήλο σε αρχαιολογικές έρευνες. Το 1917 πραγματοποίησε ανασκαφές στον ναό του Απόλλωνα στη Σκύρο. Ως αναγνώριση του έργου του, ανακηρύχτηκε επίτιμος δημότης Σκύρου το 1933.
Στα Χανιά φτάνει το Μάιο του 1918. Έρχεται σε επαφή με σημαντικές πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής σε Ηράκλειο και Χανιά, καθώς απολαμβάνει απόλυτη ελευθερία. Τον Οκτώβριο του 1918 θα πραγματοποιήσει μακρύ περιηγητικό ταξίδι, κυρίως στις επαρχίες Αποκορώνου και Σφακίων και θα εκδώσει σχετικό βιβλίο με τις Οδοιπορικές του Εντυπώσεις από τη Δυτική Κρήτη. Στις αναζητήσεις του αυτές βασική προτεραιότητα καταλάμβανε ο αρχαιολογικός προσανατολισμός, καθώς θεωρούσε ότι λόγω του μεγάλου ενδιαφέροντος για τη μινωική εποχή, η προσοχή των αρχαιολόγων εστιάζονταν στην ανατολική Κρήτη. Εξαιτίας όμως της ευρυμάθειας του «Οι Οδοιπορικαί Εντυπώσεις από τη Δυτική Κρήτη» περιέχουν σπουδαίες πληροφορίες πάνω σε θέματα γλωσσικά, ιστορικά, λαογραφικά, γεωλογικά και άλλα. Ενώ είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τον Οκτώβρη του 1918 παρότι είχε ήδη συμπληρώσει τα 70 χρόνια ζωής του, ανταποκρίθηκε στις ανάγκες ενός πολυήμερου και κοπιαστικού ταξιδιού, αληθινής περιπέτειας για την εποχή του, με ζωντάνια εφήβου.
Ακόμα ως ένας ανήσυχος πνευματικός άνθρωπος έλαβε θέση πάνω στο γλωσσικό ζήτημα που ταλαιπωρούσε τότε την Ελλάδα. Αν και το επιστημονικό – φιλολογικό του έργο είναι γραμμένο στην αρχαΐζουσα καθαρεύουσα των λογίων του καιρού του, το λογοτεχνικό του, μεταξύ των οποίων τα ανυπέρβλητα «Παραμυθια» του, που κατά τους βιογράφους του Σλήμαν τα διάβαζε η Σοφία Σλήμαν στα παιδιά της, είναι γραμμένο σε απλή και ρέουσα δημοτική. Μάλιστα διαφώνησε αργότερα με τον Ψυχάρη για ορισμένες ακρότητες του τελευταίου. Εξέδιδε επί πλέον την εβδομαδιαία φιλολογική εφημερίδα «Νέα Ελλάς», εξ αιτίας των ρομαντικών άρθρων της οποίας έχασε από επιπολαιότητα την έδρα του τακτικού καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Παράλληλα με τα πανεπιστημιακά και άλλα ερευνητικά του καθήκοντα αναπτύσσει και έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα. Μάλιστα ως αντιπρόσωπος του γερμανικού οίκου Krupp στην Ελλάδα ενεπλάκη στην κατασκευή του ορεινού λυόμενου πυροβόλου των 75 χιλιοστών, το οποίο σχεδιάστηκε από τον ταγματάρχη του Μηχανικού Πέτρο Λυκούδη και κατασκευάστηκε στη Γερμανία. Η προσφορά της οικογένειας Δέφνερ συνεχίστηκε και στα πεδία των μαχών. Ο γιος του Όθωνας, που τον συνόδευσε στο ταξίδι του στα Χανιά, πολέμησε στους βαλκανικούς πολέμους και έφθασε εξ εφέδρων μέχρι το βαθμό του λοχαγού. Τύπωσε μάλιστα και το στρατιωτικό εγχειρίδιο «Μεταγωγικά «Εφοδιοπομπαί – Ανεφοδιασμός Πυρομαχικών» το 1916. Ενώ ο εγγονός του Μιχαήλ Δέφνερ πολέμησε στο τάγμα χιονοδρόμων στην πρώτη γραμμή του αλβανικού μετώπου.
Ο Μιχαήλ Δέφνερ πέρασε στην αθανασία την 15η Οκτωβρίου 1934 στην Αθήνα. Η νεκρώσιμη ακολουθία έγινε στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και ετάφη στο Πρώτο Νεκροταφείο. Πλάι στο φέρετρο του στάθηκαν ο εν ενεργεία Πρόεδρος της Δημοκρατίας Αλέξανδρος Ζαΐμης, ο Υπουργός Παιδείας Ιωάννης Μακρόπουλος και σύσσωμος ο πνευματικός κόσμος της εποχής. Προς τιμή του δύο δρόμοι έλαβαν το όνομα του. Ένας στην Ελλάδα μπροστά από το Πρώτο Νεκροταφείο και ένας στη Γερμανία στη γενέτειρα του το Ντόναουβερτ.
Κατάφερε να εμφυσήσει στα παιδιά και τα εγγόνια του την αγάπη όχι μόνο για τα γράμματα, αλλά και τη φύση. Ο μαθητής του Dr Barth τον περιγράφει ως ένα δυνατό οδοιπόρο και ορειβάτη. Αργότερα ο
εγγονός του Μιχάλης Δέφνερ καθηγητής της οργανικής χημείας και βιοχημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών θα διατελέσει πρόεδρος του Ορειβατικού Συλλόγου Αθηνών, καθώς και της Ελληνικής Ομοσπονδίας Ορειβασίας – Αναρρίχησης και το όνομα του θα δοθεί στο Καταφύγιο του Παρνασσού.
Το άρθρο έγραψε ο δικηγόρος Βασίλειος Νικ. Μαροπάκης, Χανιά. Η φωτογραφία είναι από την σελίδα wikipedia.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου