Το παράξενο χριστουγεννιάτικο αντάμωμα του μικρού Οδυσσέα και της Ροδάνθης

 

24/12/2024

Στην πολιτεία όπου ζουν οι ψυχές...

Ο μικρός Οδυσσέας

Ο μικρός Οδυσσέας, αξημέρωτα ακόμα, φόρεσε πάνω από τις πιτζάμες του το σκούρο μπλε πανωφόρι του, έπειτα γλίστρησε τα πόδια του στα αθλητικά του παπούτσια, έριξε μια διστακτική ματιά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο και τα δώρα στην βάση του, κι ύστερα άνοιξε αποφασιστικά την εξώπορτα και τράβηξε προς τον δρόμο. 

"Θα επιστρέψω πριν ξυπνήσεις μπαμπά" υποσχέθηκε και με βήμα γοργό άρχισε να περπατά. 

"Θυμάμαι καλά την διαδρομή για το σπίτι της μαμάς μου" μουρμούρισε. "Τόσες φορές που με πήγε ο μπαμπάς να την δω, τύπωσα στο μυαλό μου τα πάντα. Μήπως όμως δεν είναι σωστό που φεύγω κρυφά;" Κοίταξε στον ουρανό τα αστέρια που θαρρείς φώτιζαν τον δρόμο του. 

"Αφού ήρθε στο όνειρο η μαμά μου και μου είπε πως με αγαπά, είναι αδύνατο να μην πάω να την βρω ΤΩΡΑ!" είπε πεισμωμένος. "Εξάλλου, ο μπαμπάς κουράζεται τόσο πολύ! Ας μην τον κουράσω αύριο. Μεγάλωσα πια". Άφησε πίσω του τον μεγάλο δρόμο, μπήκε σε έναν μικρότερο, μα αυτό δεν τον φόβισε, κι ας ήταν τα σπίτια σκοτεινά. "Οι άνθρωποι κοιμούνται ακόμη" ψιθύρισε. "Εμένα όμως με τρομάζει το σκοτάδι που άφησε η μανούλα μου πίσω της. Αυτή η απουσία της με κάνει να πονώ τόσο πολύ! Θέλω να τρυπώσω στην αγκαλιά της, θέλω να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού μου και να κουβεντιάσουμε, θέλω να με μαλώσει που ήμουν άτακτος..." Του ξέφυγε ένας πικραμένος αναστεναγμός, την στιγμή που ακούστηκαν γαυγίσματα. 

"Δεν φοβάμαι τα σκυλιά ούτε με πειράζει που τα σπίτια λιγοστεύουν. Θα φτάσω στον προορισμό μου, θα την δω και θα φύγω... Μήπως όμως φοβάμαι και μου το κρύβω;" 

Άκουσε το θόρυβο κάποιου αυτοκινήτου και γοργοχτύπησε η καρδούλα του. "Θα μπει στο αυτοκίνητο και θα με ψάχνει ο μπαμπάς... Θα αναστατωθεί φοβερά, αν δεν με βρει στο κρεβάτι μου... Όχι, όχι, δεν θα σκέφτομαι έτσι! Θα επιστρέψω πριν ξυπνήσει ο μπαμπάς! Πρέπει να βιαστώ. Θα δω την μαμά και θα γυρίσω τρέχοντας στο σπίτι. Σε έχω τόσο ανάγκη, μαμά!" 

Του φάνηκε πως κάποια αστέρια σχημάτισαν το χαμογελαστό πρόσωπο της μαμάς του. Πήρε καινούρια δύναμη και τρέχοντας διέσχιζε τον ανηφορικό δρόμο. Είχε μια κουβέντα να πει στην μαμά του, και δεν μπορούσε να περιμένει. 

 Η Ροδάνθη

 Η νεαρή γυναίκα καθόταν έξω από την κλειστή πύλη της πολιτείας των ακίνητων θνητών, με το κεφάλι να ακουμπά στα μαζεμένα της γόνατα. Τα δάκρυα είχαν στεγνώσει, αλλά τα μάτια έτσουζαν και η μύτη της είχε κοκκινίσει και πρηστεί. 

"Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι είσαι εδώ μέσα μπαμπά μου. Κι ας υπήρχαν έντονα τα σημάδια της ανελέητης σωματικής φθοράς, νόμιζα πως θα είσαι μαζί μου για πολλά χρόνια ακόμα. Εγωιστικό, ανθρώπινο, τρελό; Δεν ξέρω. Μα, να ΄μαι εδώ αξημέρωτα. 

Το όνειρο φταίει. Με κάλεσες κοντά σου. Τα πρώτα Χριστούγεννα με τέτοια αμετάκλητη απόσταση ανάμεσά μας, είναι τραγικά δύσκολα. Ήθελες να με δεις και με κάλεσες ή κατάλαβες πόσο ανάγκη σε έχω; Δεν ξέρω. Στην αρχή η φωνή σου ήταν ψίθυρος. Μετά πιο δυνατή. Και στο τέλος τόσο εκκωφαντική που οι λέξεις καταστάλαζαν στο μυαλό μου σαν ακατάληπτο συνονθύλευμα. Όπως τότε στο νοσοκομείο. Ο πόνος που ξέσκιζε τα σωθικά, με πέταξε αλαφιασμένη από το κρεβάτι. Και ήρθα εδώ ανήμπορη, ερημωμένη σαν την ακίνητη πολιτεία πίσω μου. 

Είναι για όλους τους ανθρώπους τόσο φρικτά δύσκολο να αποδεχθούν το μοιραίο;

Ο Φιλάρετος

Οι πρώτες σταγόνες της ημέρας έπαιρναν την κατηφοριά από τον ουρανό προς την γη, όταν ο Φιλάρετος, με μάτια κόκκινα και υγρά και με την καρδιά να χτυπά σαν αφηνιασμένο άλογο, κοίταξε τα δώρα που είχε αφήσει για τον γιο του κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ένα από αυτά ήταν από την μητέρα του. Του είχε πάρει, πριν φύγει, από ένα δώρο για τα επόμενα δέκα Χριστούγεννα. 

Ο λυγμός έπνιγε την ανάσα, την καρδιά, το μυαλό του. "Πού είσαι; Γιατί έφυγες μικρούλη μου;Τι φοβερό λάθος έκανα; Γιατί δεν σε βρήκε ακόμα η αστυνομία; Παναγία μου, δεν θα τ΄ αντέξω αν πάθεις κάτι γιε μου. Δεν θα τ΄ αντέξω". 

Όταν ο φόβος έγινε ασυγκράτητος σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα, πετάχτηκε σαν τρελός έξω από το σπίτι. Μπήκε στο αυτοκίνητο, άφησε το κινητό στην θέση του συνοδηγού παρακαλώντας να χτυπήσει και να του πούνε πως βρέθηκε αλώβητος ο Οδυσσέας του. Ούτε καν να σκεφτεί δεν μπορούσε πως δεν θα ξαναδεί το τρυφερούδι του. 

Διένυσε αργά τους δρόμους, μικρούς και μεγάλους, της γειτονιάς, βγήκε έξω από αυτήν, πήγε και σε άλλες, με την μορφή του Οδυσσέα πάντα μπροστά στα μάτια του. Κοιτούσε στα πεζοδρόμια, ανάμεσα στους κάδους απορριμάτων, ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, στις εισόδους των πολυκατοικιών, όπου έφτανε το μάτι του, εκεί εκσφενδονίζονταν η αγωνία και ο πανικός του. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί, έβριζε, προσευχόταν, κάποτε χαμογελούσε από ελπίδα, κι άλλοτε οι δαγκάνες του τρόμου έσφιγγαν απειλητικά το λαρύγγι του. 

Ούτε κατάλαβε πότε άφησε πίσω του τα σπίτια, ούτε κατάλαβε πού τον οδηγούσε το ένστικτό του, μέχρι που... 

Το παράξενο χριστουγεννιάτικο αντάμωμα του μικρού Οδυσσέα και της Ροδάνθης

Σταμάτησε το τρέξιμο, και πια πήγαινε χοροπηδώντας προς την μαμά του. Ήταν πολύ περήφανος που τα κατάφερε και η χαρά ζωγραφιζόταν σαν ήλιος πάνω στο προσωπάκι του. Θαρρείς και κάποιο θείο χέρι τον είχε οδηγήσει μέχρι αυτήν την ακίνητη πολιτεία, χωρίς να πάθει το παραμικρό μέσα στην νύχτα. Αυτό βέβαια δεν απασχολούσε τον Οδυσσέα, που ξαφνιασμένος είδε την γυναίκα να κάθεται χάμω, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της. 

"Δεν είναι η μαμά μου, αυτή έχει πιο κοντά μαλλιά, της μαμάς μου έφταναν ως την μέση της" σκέφτηκε, κι άπλωσε το χέρι του να τ΄ αγγίξει. 

Η Ροδάνθη πετάχτηκε όρθια, κατατρομαγμένη. Σαν είδε τον μικρό, αλάφιασε η σκέψη της. "Τι γυρεύεις εδώ τέτοια ώρα μικρέ μου άγγελε;" Προσπάθησε να ακουστεί η φωνή της ήρεμη, να μην πανικοβάλλει τον μικρό. 

"Δεν με λένε Άγγελο, Οδυσσέας είναι το όνομά μου. Εσύ ποια είσαι;" Ρώτησε το μικρό αγόρι κι έτεινε το χέρι του για χειραψία. 

Γοητευμένη, αν και ταραγμένη, κοιτούσε μια το προσωπάκι και μια το τρυφερό χεράκι του. Γονάτισε μπροστά του, έπιασε το χεράκι του και του μαρτύρησε το όνομά της. Μετά, αυθόρμητα, τον έκλεισε για μια στιγμή στην αγκαλιά της. Έπειτα έψαξε τα μάτια του, και βρέθηκε μπροστά στα πιο εκπληκτικά μεγάλα μάτια που είχε δει ποτέ της.

"Δεν είναι τόπος εδώ για ένα μικρό αγόρι, τέτοια ώρα!"

"Ω, το ξέρω. Ήρθα όμως να δω την μαμά μου. Με κάλεσε. Στο όνειρό μου, που ήταν πιο αληθινό από τα αληθινά πράγματα, σου το λέω, κι ας μην με πιστέψεις!"

"Κοίταξε σύμπτωση! Κι εμένα με κάλεσε ο μπαμπάς μου. Στο όνειρο. Άρα, σε πιστεύω. Μα εγώ είμαι μεγάλη, μπορώ να αντιμετωπίσω τους κινδύνους της νύχτας" είπε η Ροδάνθη, χωρίς να πολυπιστεύει στις δυνάμεις της. 

"Με προστάτευσε η μαμά μου σ΄ όλο τον δρόμο. Δεν πιστεύεις ότι από εκεί που βρίσκεται έχει μεγαλύτερη δύναμη από την δική σου; Ποια είναι η δική σου δύναμη μπροστά στην δύναμη του ουρανού; Εξάλλου, έφτασα σώος ως εδώ, έτσι δεν είναι;"

Η Ροδάνθη τον κοιτούσε αποσβολωμένη. Στραβοκατάπιε. Έπρεπε να συμβουλέψει το αγόρι, να το συνετίσει, να μην ξαναβγεί μόνο στους δρόμους μέσα στα σκοτάδια. Αλλά, εκείνη την ώρα τής έλειπαν τα λογικά επιχειρήματα. 

"Ξέρεις" ακούστηκε η τραγουδιστή αγορίστικη φωνή "η δύναμη του χριστουγεννιάτικου ουρανού είναι μεγαλύτερη από την δική μας, γιατί από αυτόν ξεχύθηκε το φως που οδηγούσε στον νεογέννητο Χριστό μας. Η μαμά του, η Παναγία μας, έχει πια κοντά της την δική μου μαμά, και της δίνει δύναμη για να με προστατεύει. Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι η δύναμή της είναι μεγαλύτερη από την δική σου" πρόσθεσε ο Οδυσσέας με ύφος σοβαρό.

 "Η δύναμή της είναι μεγαλύτερη, και η αγάπη της για σένα απέραντη όσο ο ουρανός και το σύμπαν ολόκληρο". Τα λόγια της πρόσθεσαν σταγόνες ευτυχίας στην καρδιά το αγοριού. Η Ροδάνθη το είδε να υψώνει το κεφάλι προς τον ουρανό και να στέλνει με το χεράκι του ένα φιλί. 

"Κι εγώ σε αγαπώ μαμά μου! Σε ευχαριστώ που μ΄ έφερες ως εδώ. Τώρα ξέρω γιατί έπρεπε να έρθω, ενώ το σπίτι σου είναι κλειστό την νύχτα!" Έστρεψε το βλέμμα προς την νεαρή γυναίκα, που παραξενεύτηκε με το συνοφρυωμένο ύφος του. Ποια εκπληκτική σοφία ετοιμαζόταν πάλι να της πει; Ένοιωθε σαν να ήταν αυτή το παιδί και ο Οδυσσέας ο συμβουλάτοράς της. 

"Ροδάνθη, το ξέρεις ότι τέτοια ώρα είναι κλειστό και του μπαμπά σου το σπίτι. Άρα, γιατί σε κάλεσε να έρθεις εδώ;" Ξανά, αποσβολωμένη, η Ροδάνθη δεν ήξερε τι να του πει. 

Πήρε το χέρι της και το έφερε πάνω στην καρδούλα του. Βουβά, την προέτρεπε να ακούσει τις ανάγκες της τρυφερής ψυχής του. Και σιγά-σιγά, στο μουδιασμένο μυαλό της Ροδάνθης τρύπωσε φως που έγινε ευτυχία, έγινε χριστουγεννιάτικο πνεύμα. 

"Χρειαζόσουν έναν φίλο, Ροδάνθη! Γι΄ αυτό η μαμά μου μ΄ έφερε εδώ, αφού πρώτα μίλησε με τον μπαμπά σου. Ξέρεις, εκεί πάνω εύκολα συναντιούνται οι άγνωστοι μεταξύ τους. Δεν υπάρχουν δρόμοι, ούτε φανάρια, ούτε τρεχάματα, ούτε φασαρίες. Εκεί υπάρχει μόνο αγάπη. Έτσι δεν είναι;"

Δεν μπορούσε να πράξει αλλιώς, η Ροδάνθη. Έκλεισε το αγγελούδι στην αγκαλιά της, ξεσπώντας σε αναφιλητά. Δεν άργησε να ξεσπάσει και ο Οδυσσέας σε κλάματα. Μέσα από αυτά τα δάκρυά τους, όμως, πήγασε η στοργή που πρέπει να ενώνει τους ανθρώπους. 

Κάποια στιγμή, τον σήκωσε ψηλά και τον στροβίλισε στον αέρα. Και οι δυο, κοιτούσαν τον χριστουγεννιάτικο αστροφωτισμένο ουρανό, χαμογελώντας. 

"Πρέπει να πάρω τηλέφωνο τον μπαμπά σου, θα έχει τρελαθεί από την αγωνία του. Θα μου πεις τον αριθμό του;" Ρώτησε η νεαρή γυναίκα, καθώς τον άφηνε να σταθεί στα πόδια του. 

Η κραυγή της ευτυχίας

 Ο Φιλάρετος σταμάτησε το αυτοκίνητο στην μέση του δρόμου, όταν άκουσε το τηλέφωνό του να χτυπά. Το άρπαξε, ενώ το πρόσωπό του γέμιζε με τρόμο. "Τι θα ακούσω;". Το χέρι του έτρεμε τόσο πολύ, που δεν κατάφερνε να απαντήσει. Χαστούκισε νοερά τον εαυτό του, για να βγει από την μαύρη τρύπα του πανικού. 

"Ας τον ακούσω να μου μιλά, κι ας πεθάνω", ψέλλισε και επιτέλους κατάφερε να απαντήσει στην τηλεφωνική κλήση που ή θα τον έσωζε ή θα τον σκότωνε.

Όσο η άγνωστη γυναικεία φωνή του εξηγούσε τι είχε συμβεί, τόσο πιο πολύ φως έπεφτε στην μαύρη τρύπα. Και όταν άκουσε τον γιο του να τιτιβίζει "έχω βρει μια καινούρια φίλη που μάλλον είναι όμορφη, αλλά σίγουρα είναι καλή", τότε η τρύπα έκλεισε και από μέσα του ξεχύθηκε μια κραυγή. 

Η κραυγή της ευτυχίας.

Από την Νίκη Μάρκου -Φωτογραφία: Maximilian Schaefer (German, 1851-1916), Με ήσυχη καρδιά δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο Δέντρο, 1894.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου