Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, 25 Σεπτεμβρίου 1849: Ταπεινωμένος και φτωχός πέθανε ο Μεγάλος Στρατηγός της Πατρίδας μας


25/9/2025

Ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, που είχε κολλήσει το σπαθί στο χέρι του κυνηγώντας τους τούρκους, δεν ζήτησε δάφνες και χρήματα! Ζήτησε Λευτεριά και την κατέκτησε με ασύγκριτη Λεβεντιά! Μα δεν του άξιζε να ζει σε ένα χαμόσπιτο στον Πειραιά, άρρωστος, παρατημένος και φτωχός, όχι, δεν του άξιζε... 

          Στις 25 του Σεπτέμβρη (άλλοι λένε στις 27) του 1849 ώρα έξι το πρωί, έπαψε πια να χτυπάει η μεγάλη του καρδιά για την πατρίδα και το λαό.

          Η κηδεία του ορίστηκε για την άλλη μέρα το πρωί στις οχτώ.

          Υποστράτηγοι κι άλλοι στρατιωτικοί συναγωνιστές του κατέβηκαν στον Πειραιά και κουβάλησαν το νεκρό στην Αθήνα. Στην είσοδο της πόλης περίμενε ο Δήμαρχος με το Δημοτικό Συμβούλιο και πλήθος λαού και συνόδεψαν τη νεκρική πομπή στην Αγία Ειρήνη. (Όλοι αυτοί δεν έκαναν τίποτα για τον Νικηταρά όσο ζούσε...)

          Ο Ν. Βάμβας εκφωνούσε τον επικήδειο μέσα στην εκκλησία και απ΄ τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα. Η λαϊκή συμμετοχή στην κηδεία του ήτανε κάτι το ασυνήθιστο. «Ολίγων Ελλήνων – διαβάζουμε στον «Αιώνα» του Φιλήμονα – η εκφορά ετιμήθη διά τοσαύτης παρατεταμένης συνοδίας μέχρι του τάφου και ολιγωτέρων η ένδοξος μνήμη αθάνατος θέλει επιζή εις την ζώσαν γενεάν και τας μεταγενεστέρας».

          Τον επιτάφιο εκφώνησε ο Παναγιώτης Σούτσος. «Ότε μετά την άλωσιν της Τρωάδος – είπε – οι μεγάλοι του Ελληνικού στρατού εκήδευον τον Αχιλλέα εις το ακροτήριον Σίγειον μέγα ήτον το πένθος αυτών, και οι Αίαντες, οι Διομήδαι, οι Αγαμέμνονες, οι Οδυσσείς και Νέστορες, εις μνήμην φέροντες τας μεγάλας πράξεις του νεκρού, μετά σιωπής και σεβασμού τον συνόδευον εις τον τάφον. Τοιούτον την στιγμήν ταύτην και το πένθος και το σιωπηλόν βάδισμα και το σέβας ημών, ω Σεις Αίαντες και Διομήδαι και Αγαμέμνονες και Οδυσσείς και Νέστορες του Ελληνικού αγώνος οι συνοδεύοντες εις το έσχατον αναπαυτήριον τον νέον Αχιλλέα της Τουρκομάχου Ελλάδος Νικήταν τον Τουρκοφάγον…»

          Επιθυμία του ήτανε να ταφεί στο Μοριά. Και η φαμελιά του, μετά το θάνατό του, ήθελε να τον θάψουν στην Καστέλλα εκεί που είχε τον προμαχώνα του όταν πολεμούσε τον Κιουταχή μαζί με τον Καραϊσκάκη”.

          Τελικά, θάφτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο δίπλα στον θείο του, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Όπως μαρτυρεί, όμως, ο συγγραφέας Χρήστος Στασινόπουλος, όταν αναζήτησε τον τάφο του εκεί, δεν υπήρχε! Και τα τελευταία λόγια του, ωδή στον Νικηταρά τον Τουρκοφάγο ("Ο Νικηταράς", εκδ. Δωρικός):

          "Ας είναι τούτο το βιβλίο σαν λίγα αγριολούλουδα σημαδιακά παρμένα από τα Δολιανά και τον Αη-Σώστη, τ΄ Αγιονόρι και τα Ντερβένια, απ΄ την Αγία Μαρίνα και τη Στυλίδα, από την Αράχωβα και το Μεσολόγγι, από τις ράχες και τις λαγκαδιές όπου βρόντηξε το καριοφίλι του κι άστραψε το γιαταγάνι του, απ΄ τα κατσάβραχα όπου ανέμισε η λερή και σκισμένη απ΄ τις μάχες φουστανέλλα του, κι ευλαβικά αφημένα πάνου στο αθάνατο μνημείο που τούχει στήσει του λαού μας η ψυχή, ψηλά, στις απάτητες βουνοκορφές της αθανασίας, όπου λημεριάζουνε οι ήρωες οι αθάνατοι, ανεβασμένοι ως εκεί με τα έργα τους τα μεγάλα, με τους αγώνες τους για τη λευτεριά μας και με τις θυσίες τους". 

Είναι φοβερά δύσκολο να βρεθούν λέξεις για να περιγράψουν τις ηρωικές πράξεις του Νικηταρά ή Νικήτα Σταματελόπουλου, την ανιδιοτέλεια και την ταπεινοφροσύνη του. Είναι καλύτερα να αφήσουμε την λαϊκή μούσα να μας μιλήσει γι΄ αυτόν τον μοναδικό Στρατηγό του έθνους μας:

          Γεια σου ορέ Νικηταρά

          Πόχουν τα πόδια σου φτερά,

          μέσ΄ τους κάμπους πας κοιμάσαι

          και κανέναν δεν φοβάσαι!


          Ο λαϊκός ποιητής Τσοπανάκος, που είδε τον Νικηταρά να μάχεται, έγραψε:

          Του Λεωνίδα το σπαθί

          Νικηταράς θα το φορεί

          Τούρκος να το δει λαβώνει

          θ΄ αποθάνει δε γλυτώνει.


          Ο Νικηταράς ο Τουρκοφάγος, μετά την Απελευθέρωση, πάμφτωχος και περιφρονημένος από την εξουσία, απάντησε στον ξένο πρέσβη που τον είδε να επαιτεί:

«Η πατρίδα μού έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος». Αυτός ήταν ο περήφανος Έλληνας Νικηταράς που δεν ήθελε ένας ξένος να πει κακή κουβέντα για την Ελλάδα. Κι ας τον είχε παραπετάξει το πολιτικό κύκλωμα της εποχής του. 

Πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου