26/5/2026
Με αισθήματα ειλικρινούς λύπης και εσωτερικής ταραχής παρακολούθησα τις αναφορές και το υλικό από την πρόσφατη εκδήλωση της λεγόμενης «Macedonian Orthodox Youth of Australia», στην οποία παρέστησαν και εκπρόσωποι της Ελληνικής Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής,
μαζί με κληρικούς άλλων Ορθοδόξων κοινοτήτων.
Δεν γράφω ούτε ομιλώ με διάθεση εχθρότητας προς οποιονδήποτε λαό ή προς τους Ορθοδόξους αδελφούς μας.
Η Ορθοδοξία πάντοτε υπήρξε χώρος συνάντησης ανθρώπων, τόπος αγάπης και πνευματικής κοινωνίας.
Ιδίως στην πολυεθνική πραγματικότητα της Αυστραλίας, οι κοινότητές μας καλούνται καθημερινά να συνυπάρχουν με αλληλοσεβασμό, αξιοπρέπεια και ειρηνικό φρόνημα.
Αυτό ουδείς Έλληνας Ορθόδοξος το αμφισβητεί.
Όμως άλλο πράγμα η εκκλησιαστική ευγένεια και άλλο η άκριτη παρουσία σε εκδηλώσεις όπου προωθείται, χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη, μία συγκεκριμένη εθνική αφήγηση περί «μακεδονικού έθνους», «μακεδονικής ταυτότητας» και «μακεδονικής πατρίδας», με τρόπο που εκ των πραγμάτων δημιουργεί εντυπώσεις νομιμοποίησης.
Διότι στις ανακοινώσεις της εκδήλωσης δεν γίνεται λόγος για πολίτες του κρατιδίου ούτε για σλαβόφωνους Ορθοδόξους των Βαλκανίων.
Αντιθέτως, ο όρος «Macedonian» χρησιμοποιείται αποκλειστικά και αδιαλείπτως ως εθνικός αυτοπροσδιορισμός, αποσυνδεδεμένος από κάθε γεωγραφική ή ιστορική διευκρίνιση.
Οι ομιλητές αναφέρονται σε «Μακεδόνες παντού», σε «μακεδονική κληρονομιά», σε «μακεδονική ταυτότητα», ακόμη και σε εθνικούς επαναστάτες που προβάλλονται ως θεμελιωτές μιας ξεχωριστής «μακεδονικής» εθνικής συνείδησης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία εκπροσώπων της Ελληνικής Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής, έστω και με αγαθές προθέσεις, εύλογα βιώνεται από πολλούς Έλληνες ως κάτι εξαιρετικά οδυνηρό.
Διότι η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι ένας ουδέτερος θεσμός χωρίς ιστορική μνήμη στο ζήτημα της Μακεδονίας.
Αντιθέτως, υπήρξε πρωταγωνίστρια στους αγώνες για τη διατήρηση του ελληνικού χαρακτήρα της περιοχής.
Η ιστορία του Μακεδονικού Αγώνα είναι γεμάτη από ιερείς, μοναχούς και επισκόπους που βασανίστηκαν, απαγχονίστηκαν ή σφαγιάστηκαν επειδή αρνήθηκαν να παραδώσουν τις κοινότητές τους στη βουλγαρική Εξαρχία και στην αποκοπή από τον ελληνικό κόσμο.
Ο Παύλος Μελάς δεν αγωνίσθηκε μόνος. Δίπλα του υπήρχαν ιερείς που λειτουργούσαν κρυφά στα ελληνικά, δάσκαλοι που δίδασκαν με κίνδυνο της ζωής τους και χωρικοί που κρατούσαν την εκκλησία ως τελευταίο οχυρό της ελληνικής συνείδησης.
Πόσοι κληρικοί δεν εδολοφονήθησαν από κομιτατζήδες επειδή δεν δέχθηκαν να μνημονεύσουν την Εξαρχία; Πόσοι ναοί δεν έγιναν πεδία αίματος;
Για τον Ελληνισμό, η Μακεδονία δεν είναι αφηρημένη πολιτική ιδέα.
Είναι γη ποτισμένη με θυσίες. Είναι τόπος όπου η πίστη και η ελληνική ταυτότητα συνδέθηκαν ιστορικά με τρόπο αδιάσπαστο.
Ακριβώς γι’ αυτό προκαλεί πίκρα όταν βλέπει κανείς την καλή διάθεση της Εκκλησίας μας να χρησιμοποιείται, έστω εμμέσως, ως στοιχείο δημοσίων σχέσεων σε εκδηλώσεις όπου κυριαρχεί μια ρητορική εθνικής ιδιοποίησης της Μακεδονίας.
Διότι οι διοργανωτές ήδη παρουσιάζουν την παρουσία Ελλήνων κληρικών ως απόδειξη «πανορθόδοξης» αναγνώρισης και αποδοχής.
Αυτό σαφώς δεν ήταν η πρόθεση των εκπροσώπων της Αρχιεπισκοπής.
Ωστόσο στη δημόσια ζωή δεν μετρούν μόνο οι προθέσεις.
Μετρούν και οι εντυπώσεις που δημιουργούνται.
Και η πίκρα αυτή γίνεται ακόμη βαθύτερη αν αναλογισθεί κανείς ότι το ίδιο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, επιδεικνύοντας πνεύμα καταλλαγής και εκκλησιαστικής οικονομίας, άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή της Εκκλησίας των Σκοπίων στην κανονική κοινωνία της Ορθοδοξίας υπό την ονομασία «Αρχιεπισκοπή Αχρίδος».
Η πράξη αυτή υπήρξε μία εξαιρετικά γενναιόδωρη εκκλησιαστική χειρονομία, που αποσκοπούσε στην υπέρβαση δεκαετιών απομόνωσης και σχίσματος.
Θα ανέμενε κανείς ότι αυτή η πράξη καλής θελήσεως θα συνοδευόταν από μεγαλύτερη ευαισθησία και αυτοσυγκράτηση σε ζητήματα ορολογίας και ιστορικών συμβολισμών.
Αντιθέτως, βλέπουμε να συνεχίζεται αδιάκοπα η δημόσια χρήση του όρου «Macedonian Church», καθώς και μιας εθνικής ρητορικής που παρουσιάζει τη λέξη «Μακεδονία» ως αποκλειστικό εθνοτικό κεκτημένο.
Αυτό πληγώνει ακόμη περισσότερο, διότι δίνει την εντύπωση ότι η καλή πίστη και η εκκλησιαστική μεγαλοψυχία αντιμετωπίζονται όχι ως ευκαιρία αμοιβαίου σεβασμού, αλλά ως πεδίο περαιτέρω συμβολικής διεκδίκησης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πόνος πολλών Ελλήνων της διασποράς. Διότι επί δεκαετίες αγωνιστήκαμε μέσα στην αυστραλιανή κοινωνία για να εξηγήσουμε ότι η ελληνική Μακεδονία, η ιστορία της και τα σύμβολά της δεν μπορούν να αποκοπούν από τη μακραίωνη ελληνική τους συνέχεια.
Δώσαμε μάχες στα σχολεία, στους δήμους, στα μέσα ενημέρωσης και στους δημόσιους θεσμούς απέναντι σε ακραίες μορφές προπαγάνδας και ιστορικής παραχάραξης.
Για πολλούς μεγαλύτερους Μακεδόνες Έλληνες μετανάστες, αυτός ο αγώνας δεν ήταν θεωρητικός. Ήταν προσωπικός.
Κουβαλούσαν μνήμες οικογενειακών διωγμών, εμφυλίων συγκρούσεων, βίαιων πιέσεων και μιας ολόκληρης ζωής αφιερωμένης στη διατήρηση της ταυτότητάς τους.
Κανείς δεν ζητεί εχθρότητα απέναντι σε άλλους Ορθοδόξους λαούς.
Κανείς δεν επιθυμεί την αναβίωση μισών του παρελθόντος. Υπάρχει όμως διαφορά ανάμεσα στον σεβασμό και στην αφέλεια. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη χριστιανική αγάπη και στη σιωπηρή αποδοχή αφηγημάτων που προσβάλλουν την ιστορική μνήμη ενός άλλου λαού.
Η ενότητα της Ορθοδοξίας δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην ασάφεια ή στην απαίτηση να αποσιωπήσουμε όσα γνωρίζουμε ιστορικά και βιωματικά ως αληθή.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί επίσης το γεγονός ότι στην ίδια την εκδήλωση οι ομιλητές συνέδεσαν επανειλημμένα την Ορθοδοξία με μια αποκλειστική «μακεδονική» εθνική ταυτότητα, παρουσιάζοντας τη νεολαία αυτή ως φορέα όχι απλώς θρησκευτικής ζωής αλλά και εθνικής συνέχειας.
Όταν λοιπόν Έλληνες κληρικοί παρίστανται χωρίς καμία αποσαφήνιση, η εικόνα που μένει είναι πως η ελληνική πλευρά αποδέχεται σιωπηρά αυτή τη χρήση της ιστορίας και της ορολογίας.
Αυτό ακριβώς πληγώνει.
Το λέω αυτό με πόνο και όχι με οργή.
Με σεβασμό προς την Αρχιεπισκοπή και προς τους κληρικούς που ασφαλώς ενήργησαν με πνεύμα καλής θελήσεως.
Πιστεύω όμως ότι ο Ελληνισμός της Αυστραλίας δικαιούται επίσης να εκφράσει τη βαθιά συναισθηματική και ιστορική του ευαισθησία όταν πρόκειται για τη Μακεδονία.
Διότι υπάρχουν ορισμένα ζητήματα στα οποία οι συμβολισμοί έχουν βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από όση ίσως αντιλαμβανόμαστε τη στιγμή που συμβαίνουν.
Η Εκκλησία μας υπήρξε πάντοτε κιβωτός ιστορικής μνήμης. Μακάρι λοιπόν η επιθυμία για πανορθόδοξη επικοινωνία να συνοδεύεται πάντοτε και από την απαραίτητη ιστορική εγρήγορση, ώστε η καλοσύνη μας να μην εκλαμβάνεται ως παραίτηση από την αλήθεια της δικής μας ιστορικής εμπειρίας.
Με εκτίμηση Γιάννης Παπαδημήτριου καταγωγή από την μαρτυρική Φλώρινα
Στην φωτογραφία ο Αιμιλιανός Λαζαρίδης, μητροπολίτης Γρεβενών, Εθνομάρτυς του Μακεδονικού Αγώνα (1871-1911).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου