«Η άρνηση είναι η συνέχιση της γενοκτονίας»: Από το Βερολίνο η Τέσα Χόφμαν επαναφέρει τη συζήτηση για τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Η Γερμανίδα ερευνήτρια Τέσα Χόφμαν τιμήθηκε το 2025 με τον Ομοσπονδιακό Σταυρό Αξίας της Γερμανίας για τη μακρόχρονη δράση της υπέρ της αναγνώρισης των γενοκτονιών Αρμενίων, Ασσυρίων και Ελλήνων (φωτ.: Lili Nahapetian)

 28/5/2026

Η Γερμανίδα ερευνήτρια επιχείρησε, μέσα από ιστορικά τεκμήρια, να αναδείξει τον οργανωμένο χαρακτήρα των διωγμών και να συνδέσει τη βία των Νεοτούρκων και των κεμαλικών με τη σύγχρονη πολιτική της άρνησης

«Η άρνηση δεν είναι το τέλος της γενοκτονίας – είναι η συνέχειά της».

Με αυτή τη θέση, που συνοψίζει εδώ και χρόνια την επιχειρηματολογία της γύρω από τις γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Γερμανίδα ερευνήτρια Τέσα Χόφμαν επέλεξε να επαναφέρει από το Βερολίνο τη συζήτηση για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων.

Κατά τη διάρκεια της διεπιστημονικής διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαΐου στη γερμανική πρωτεύουσα, η Τέσα Χόφμαν παρουσίασε εισήγηση αφιερωμένη στα εγκλήματα που σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν από τους Νεότουρκους και τους κεμαλικούς.

Στόχος της να τεκμηριώσει ότι οι διώξεις, οι εκτοπίσεις και οι μαζικές εξοντώσεις των χριστιανικών πληθυσμών δεν αποτέλεσαν αποσπασματικά γεγονότα πολέμου ή «παράπλευρες απώλειες» της κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά μέρος ενός συστηματικού σχεδίου εθνοτικής και θρησκευτικής εκκαθάρισης.

Στην εισήγησή της, η Γερμανίδα ερευνήτρια επιχείρησε να δείξει ότι η βία κατά των Ελλήνων δεν μπορεί να εξεταστεί ξεκομμένα από όσα συνέβησαν στους Αρμενίους και τους Ασσυρίους. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι επρόκειτο για διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας πολιτικής εξάλειψης των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο πλαίσιο της προσπάθειας δημιουργίας ενός εθνικά και θρησκευτικά «ομογενοποιημένου» κράτους.

Η Τέσα Χόφμαν παρουσίασε στοιχεία για τα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), τις οργανωμένες εκτοπίσεις, τις πορείες θανάτου, τις σφαγές, αλλά και τις δημεύσεις ελληνικών και αρμενικών περιουσιών, επιμένοντας ότι οι πρακτικές αυτές δεν είχαν προσωρινό χαρακτήρα, αλλά αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού απομάκρυνσης των μη μουσουλμανικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο.

Ιδιαίτερο βάρος έδωσε και στη συνέχεια ανάμεσα στους Νεότουρκους και το κεμαλικό κίνημα. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία της, η βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών δεν σταμάτησε με την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά συνεχίστηκε και κατά την περίοδο του Μουσταφά Κεμάλ, κάτι που –όπως υποστηρίζει– αποδυναμώνει την άποψη ότι επρόκειτο απλώς για «χαοτικές συνθήκες πολέμου».

Αυτό ακριβώς αποτελεί και έναν από τους βασικούς άξονες της παρέμβασής της: την προσπάθεια να τεκμηριωθεί η ύπαρξη πρόθεσης.

Η Τέσα Χόφμαν επιχειρεί να απαντήσει σε ένα από τα βασικά επιχειρήματα όσων αμφισβητούν τον όρο «γενοκτονία», δηλαδή αν υπήρχε οργανωμένος σχεδιασμός. Όπως υποστηρίζει, η πρόθεση δεν αποδεικνύεται απαραίτητα μέσα από ένα μόνο έγγραφο ή μία υπογεγραμμένη διαταγή, αλλά προκύπτει από το σύνολο των πολιτικών, στρατιωτικών και διοικητικών πρακτικών που εφαρμόστηκαν εναντίον των χριστιανικών πληθυσμών.

Η επιχειρηματολογία της βασίζεται σε γερμανικές διπλωματικές αναφορές, μαρτυρίες ξένων παρατηρητών, αρχειακό υλικό της εποχής, αλλά και στοιχεία για τις οργανωμένες μετακινήσεις πληθυσμών και την απαλλοτρίωση περιουσιών. Μέσα από αυτή την προσέγγιση επιχειρεί να δείξει ότι οι διώξεις δεν ήταν αποτέλεσμα ανεξέλεγκτων πολεμικών συνθηκών, αλλά στοιχείο μιας πολιτικής εθνοτικής και θρησκευτικής αναδιάρθρωσης της Μικράς Ασίας.

Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η σημασία της παρέμβασής της για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων.

Η Τέσα Χόφμαν θεωρείται μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στον γερμανικό χώρο γύρω από τη μελέτη των γενοκτονιών των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και έχει διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη δημόσια συζήτηση που αναπτύχθηκε στη Γερμανία τα τελευταία χρόνια.

Μέσα από βιβλία, επιστημονικές εκδόσεις, συνέδρια και δημόσιες παρεμβάσεις, επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο της κοινοτικής μνήμης στο χώρο της διεθνούς ιστοριογραφίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ευρωπαϊκής πολιτικής συζήτησης γύρω από τις γενοκτονίες.

Δεν είναι τυχαίο ότι η παρουσία της στο Βερολίνο αποκτά ξεχωριστό συμβολισμό. Η Γερμανική Αυτοκρατορία υπήρξε σύμμαχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και Γερμανοί διπλωμάτες, στρατιωτικοί και ιεραπόστολοι είχαν αφήσει πίσω τους πολυάριθμες μαρτυρίες για τους διωγμούς και τις σφαγές Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων.

 Τη διεπιστημονική διάσκεψη διοργάνωσαν η Ομοσπονδία Συλλόγων Ελλήνων Ποντίων Ευρώπης (ΟΣΕΠΕ),  η Arbeitsgruppe Anerkennung – Gegen Genozid, für Völkerverständigung («Ομάδα Εργασίας για την Αναγνώριση – Κατά της Γενοκτονίας και υπέρ της συνεννόησης των λαών») και η Initiative „Völkermord erinnern“ («Πρωτοβουλία “Θυμόμαστε τη Γενοκτονία”»). -Πηγή: pontosnews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου