Ελλάδα: Θυμάμαι πολλά, αλλά ξέχασα κάτι σημαντικό...

 
27/6/2026

Όταν η φτώχεια ένωνε τους ανθρώπους!...

του Αλέκου Καραμούζου

Θυμάμαι ένα χωριό που βρίσκεται σε κάποιο ιστορικό νησί με πάρα πολύ πόνο. Θυμάμαι ότι σ’ αυτό το χωριό υπήρχαν πολλοί άνθρωποι και ακόμα περισσότερα παιδιά.

Θυμάμαι ότι τα παιδιά στο σχολείο στριμωγνόντουσαν για να χωρέσουν, ενώ από ότι μαθαίνω σήμερα, αραιώνουν για να φαίνονται πολλά.

Θυμάμαι ότι αυτό το χωριό είχε πολλές γειτονιές που έσφυζαν από ζωή και ζωντάνια.

Σήμερα μαθαίνω ότι σ’ αυτό το χωριό δεν υπάρχουν πια γειτονιές και παντού επικρατεί φίμωση και εγκατάλειψη.

Θυμάμαι ακόμη, ότι τα παιδιά αυτού του χωριού είχαν δημιουργήσει τρία ανεξάρτητα σώματα προσκόπων, τρία λυκόπουλων και ένα ναυτοπροσκοπίνων, με σκοπό την ευγενή άμιλλα, την αγάπη προς την πατρίδα και το σεβασμό προς τους μεγαλύτερους.

Σήμερα μαθαίνω ότι όλα τα παραπάνω είναι παρελθόν και μάλιστα πολύ μακρινό.

Θυμάμαι ένα χωριό που κάθε καλοκαίρι είχε μόνιμο επισκέπτη το Σίμο, τον καραγκιοζοπαίχτη. Αυτός ο Σίμος, κάθε βράδυ μάζευε όλο το χωριό στην πλατεία και, μέσα από τις φιγούρες του, προσπαθούσε να μεταδώσει Ελλάδα.

Φαίνεται μάλιστα ότι τα κατάφερνε πολύ καλά, αν θυμηθώ τα δάκρυα του κόσμου. όταν πάνω στον μπερντέ ο Γιουσούφ Αράπης εσκότωνε με μπαμπεσιά τον Κατσαντώνη.

Σήμερα μαθαίνω ότι δεν υπάρχει πια Σίμος και ότι ο κόσμος αυτού του χωριού κλείνεται στα σπίτια του και παρακολουθεί ένα χαζοκούτι, που λέγεται τηλεόραση.

Θυμάμαι ένα χωριό, που δεν είχε στα σπίτια του ούτε ηλεκτρικό φως, ούτε νερό. Το ηλεκτρικό φως υπήρχε μόνο στους δρόμους και άναβε μόνο για μερικές ώρες.

Το δε νερό υπήρχε μόνο σε κεντρικά σημεία, όπου οι νοικοκυρές περίμεναν υπομονετικά να γεμίσουν τους μπουρμπούλους και τους κουβάδες τους.

Θυμάμαι ότι τα πάντα εξαρτιότανε από το Μιχαήλο και την αντλία του.

Σήμερα, σ’ αυτό το χωριό υπάρχει παντού ηλεκτρικό φως και νερό. Ο Μιχαήλος μας άφησε χρόνους.

Όμως μαθαίνω ότι οι άνθρωποί του, με την πρώτη διακοπή του νερού ή του ηλεκτρικού ρεύματος, δυσανασκετούν λες και έρχεται η συντέλεια του κόσμου και πολύ φοβάμαι ότι τα τότε χρόνια της ανέχειας, ήταν καλλίτερα.

Θυμάμαι ένα χωριό, που κάθε Μάιο μάζευε όλες τις νοικοκυρές σε μια πηγή που την έλεγαν Ρήνα, για να πλύνουν τις κουρελούδες τους.

Σήμερα μαθαίνω ότι καμιά νοικοκυρά δεν πηγαίνει στη Ρήνα, γιατί σ’ αυτό το χωριό το περσικό χαλί νίκησε την κουρελού και που δεν υπάρχει πια.

Θυμάμαι ένα χωριό, που όταν είχε πανηγύρι ήταν πράγματι πανηγύρι. Ο κόσμος συμμετείχε ολοκληρωτικά και το κάθε πανηγύρι έδινε τέτοια ομορφιά, ξακουστή σ’ όλο το νησί.

Σήμερα, από ότι μαθαίνω, τα πανηγύρια έχουν ελαττωθεί και όπως λένε έχουν γίνει καθαρά εμπορικά, ενάντια στην παράδοση και στα ήθη και έθιμα του τόπου.

Θυμάμαι ένα χωριό που είχε μεγάλη ανθρωπιά.

Όταν γείτονας είχε πονόδοντο, πονούσε όλη η γειτονιά. Όταν ένας γείτονας είχε πένθος, κανένας δεν τολμούσε να γελάσει και να αστειευτεί. Όταν ο γείτονας είχε χαρά, χαρά είχε και η γειτονιά.

Σήμερα, από ότι μαθαίνω, η αδιαφορία σιγά-σιγά νικάει την αθρωπιά και πρέπει πάραυτα να σταματήσει αυτό που εγώ ονοματίζω κατρακύλισμα.

Θυμάμαι ένα χωριό που, όταν είχε Ανάσταση, έκαμνεν επανάσταση. Οι νέοι του αδιαφορούσαν για χούντες και διατάγματα. Έφτιαχναν τόσα μπομπαλίκια που ήθελαν μέρες για να τα σκάσουν.

Σήμερα σ’ αυτό το χωριό η Ανάσταση δεν είναι πια επανάσταση και αντί για χειροποίητα μπομπαλίκια κυκλοφορούν τα τυποποιημένα Μινέρβα.

Θυμάμαι ένα χωριό, που είχεν έναν παπά με απαράμιλλο θάρρος της γνώμης. Τα έβαζε με τους πάντες και τα πάντα, όταν καταλάβαινε ότι θιγόταν το χωριό και η ενορία του.

Ακόμα θυμάμαι ότι τολμούσε πολλές φορές και τα ’βαζε με το Φωστίνη (μητροπολίτη), με αποτέλεσμα οι διαμάχες να ’χουν γίνει θρύλος για τις νεότερες γενιές.

Θυμάμαι ένα χωριό, που είχε αυστηρούς δασκάλους και που ήθελαν πράγματι οι μαθητές να μάθουν γράμματα. Αυτοί οι δάσκαλοι γυρνούσαν τα σπίτια και έκαναν εφόδους, για να διαπιστώσουν ότι πράγματι οι μαθητές ήταν μαθητές.

Θυμάμαι ακόμη ότι, όταν στο χωριό αυτό γινότανε γυμναστικές επιδείξεις, ήτανε το γεγονός του νησιού, με αποκορύφωμα τα περιβόητα «ταμπλώ».

Σήμερα μαθαίνω, ότι δεν υπάρχει το ανάλογο ενδιαφέρον.

Έμαθα ακόμη, ότι κάποιοι μαθητές, προκειμένου να κάμουν κάποια παρέλαση σε κάποια εθνική γιορτή, κουβάλησαν τη σημαία με μηχανάκι, χωρίς να βρεθεί κάποιος δάσκαλος να τους παρατηρήσει και να τους σταματήσει απ’ αυτό, που εγώ ονομάζω κατρακύλισμα.

Θυμάμαι ένα χωριό, που όταν κάποια γειτονιά του είχε αρραβώνα, συμμετείχαν όλοι στις προετοιμασίες της χαράς.

Ένα γραμμόφωνο και δέκα πλάκες μουσικής ήταν αρκετά για να δημιουργήσουν τη χαρούμενη ατμόσφαιρα. Το γλέντι ήτανε πραγματικό γλέντι.

Σήμερα μαθαίνω ότι τα πάντα έχουν αλλάξει.

Οι γειτονιές δεν κάνουν πια αρραβώνες. Τα πάντα γίνονται σε κέντρα, με τη διαφορά ότι το γλέντι άλλαξε μορφή και δεν είναι πια γλέντι.

Θυμάμαι ένα χωριό που οι νοικοκυρές μαζεύονταν και έφτιαχναν μπουρέκια, χερίσια μακαρόνια και άλλες όμορφες νοστιμιές.

Σήμερα μαθαίνω, ότι η πίτσα, το σνίτσελ και το χάμπουργκερ εισβάλουν απειλητικά ενάντια στην παράδοση αυτού του χωριού.

Θυμάμαι ένα χωριό με νέους να πηγαίνουν στα δάση και έκαιγαν τις κάμπιες από τα πεύκα. Ότι πήγαιναν στις παραλίες και καθάριζαν τις ακτές. Ότι πήγαιναν σε ξερά μέρη και φύτευαν δέντρα.

Θυμάμαι ακόμα ότι οι νέοι αυτού του χωριού δούλεψαν μεροκάματα, μάζεψαν χρήματα, αγόρασαν κάποιο κομμάτι γης και παίρνοντας τσάπες και φτυάρια ξεκίνησαν να φτιάξουν κάποιο γυμναστήριο, που τελικά ολοκληρώθηκε με κάποιον δωρητή.

Οι ίδιοι νέοι με απαράμιλλη αγάπη για το χωριό τους, έφτιαξαν κάποιο αθλητικό σωματείο, μέσω του οποίου, ήθελαν να δοξάσουν τον τόπο τους.

Θυμάμαι ακόμη ότι οι ίδιοι νέοι, σε κάθε παραμονή εθνικής γιορτής, έκαναν τα περιβόητα «εωθινά», θέλοντας να πούνε στον κόσμο ότι η μέρα που ξημερώνει είναι όσια και ιερή.

Άραγε, οι σημερινοί νέοι αυτού του χωριού έχουν ανάλογες επιδόσεις; Για μας έχει πιάσει κι εδώ κατρακύλα;

Θυμάμαι ένα χωριό που ενωμένο στη φτώχεια του, ήτανε μια γροθιά.

Σήμερα μαθαίνω ότι ο κομματισμός και τα πολιτικά έχουν χωρίσει πολλούς ανθρώπους σε στρατόπεδα και γίνονται μάχες χαρακωμάτων.

Θυμάμαι, θυμάμαι, θυμάμαι.
Ένα πράγμα δε θυμάμαι…

Δε θυμάμαι πως λέγεται αυτό το χωριό.
Μήπως μπορεί να με βοηθήσει κανείς;

Από το βιβλίο «Εκατό Καρδαμυλίτες» του Αλέκου Καραμούζου, Εκδόσεις Άλφα-Πι

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας» & Φωτογραφία

Δάφνη
Περιοδική έκδοση, προσφορά αγάπης στον τόπο που μας γέννησε.
Έτος 16ο Φύλλο 31ο Δεκέμβριος 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου