Ήταν μόνο 33 χρονών όταν έδωσε την ζωή του για εμάς, ο Αντίγονος Χολέρης!...
Η οικογένεια Χολέρη καταγόταν από τη Νάουσα.Μετά το ολοκαύτωμα της Νάουσας στις 22 Απριλίου 1822, ημέρα
εορτής του Θωμά, η οικογένεια Χολέρη (τότε ακόμα με το επώνυμο Δούτσης ή
Ντούτσης ή Γώγος) μετοικεί (ο Φώτιος στο Κλειδί και ο αδελφός του, Δημήτριος
στη Βεύη).
Προτίμησαν το βιλαέτι του Μοναστηρίου από αυτό της
Θεσσαλονίκης, επειδή ο Τούρκος κυβερνήτης εκεί ήταν πιο διαλλακτικός σε
αντίθεση με αυτόν της Θεσσαλονίκης, που ήταν πολύ σκληρός
Γιος του Δημητρίου ήταν ο Τρύφων, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε
στο Μοναστήρι, έχοντας πανδοχείο, στο οποίο φρόντιζε τους Έλληνες με χολέρα
παρά τη ρητή διαταγή των Τούρκων να μην τους δέχεται.
Ο ίδιος απαντούσε "Εγώ ο ίδιος είμαι χολέρα για
σας".
Έτσι, το παρατσούκλι που του κόλλησαν έγινε επώνυμο της
γενιάς αυτής.
Ο γέρων Τρύφων Δ. Χολέρης εκτελέστηκε μαζί με τον Ιωάννη
Ρούση Κωτσόπουλο, ως αίτιοι για την παρεμπόδιση της κατεδάφισης του ναού της
Αγίας Άννης, με σκοπό την ανέγερση βουλγάρικου σχολείου στη Βεύη την 24η
Ιουνίου του 1907, με εντολή του αρχιβοϊβόδα Τζόλε Γκέργεφ των κομιτατζήδων,
Μίσκαρο Γιάννεφ από Βεύη, Ιλο Κοτόρκιν (πρωτοπαλλήκαρο του Τζόλε Γκέργεφ) και
του Βοϊβόδα Κόλε από τη Μόκρενη, με ομαδικούς πυροβολισμούς στην πλατεία της
Βεύης
Ο Αντίγονος, μικρός ακόμα, μετακόμισε με τον πατέρα του στην
Κωνσταντινούπολη, όπου διατηρούσαν ένα καφενείο.
Εκεί μπόρεσε να φοιτήσει στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και να
μεγαλώσει στην ελληνική κοινότητα, ίσως στο πιο κοσμοπολίτικο κέντρο της
Μεσογείου.
Το άσχημο μαντάτο έφθασε στον Αντίγονο, που διακόπτει τις
σπουδές του και επιστρέφει στη Βεύη, για να εκδικηθεί τη δολοφονία του παππού
του.
Κατατάσσεται στο σώμα του Σταύρου Κωτσόπουλου και περιμένει
την κατάλληλη στιγμή.
Από το 1908 βρίσκεται στην Αθήνα, αλλά επανέρχεται το 1910
και υπηρετεί τον ένοπλο αγώνα μαζί με τον Σταύρο Κωτσόπουλο υπό τις διαταγές
του Ν. Ανδριανάκη .
Στην Αθήνα ενημερωνόταν λεπτομερώς για τον ένοπλο αγώνα και
όταν έμαθε ότι επιλέχθηκε να σκοτώσει τον Στάσε Στόγιαν Τάσεφ βουλγαροδιδάσκαλο
και κύριο υπεύθυνο για την κατάσταση της Βεύης (που από ένα ήσυχο χωριό,
εξαιτίας της βουλγαρικής προπαγάνδας μετατράπηκε σε ένα απέραντο φρενοκομείο).
Ο Τάσεφ ηταν ο κύριος αίτιος της καταστροφής της Αγίας
Άννης, καθώς και του τουφεκισμού του παππού του, Τρύφωνα, με εντολή του Τζόλε
Γκέργεφ.
Την επιλογή του τη δέχθηκε με χαρά.
Πράγματι, το 1911 μπροστά στην εκκλησία εκτέλεσε τον Τάσεφ
με δύο σφαίρες.
Μετά τον θάνατο του Τάσεφ το 1913, τη γενική αρχηγία των
Βουλγάρων ή βουλγαριζόντων την έχει ο αιμοσταγής και αδίστακτος Τσακαλάρωφ
Ο Ιερός Λόχος της Βεύης είχε πληροφορίες ότι το σώμα του
Τσακαλάρωφ θα περάσει από το Καϋμακτσαλάν μέσω των στενών του Κλειδίου στο
Ραδόσι και από εκεί στο Βίτσι για συνέχιση του αγώνα τους.
Τα περάσματα ήταν δύο: η θέση Ψαλίδι, στην οποία είναι
ταμπουρωμένος ο καπετάν Γκόνος με έναν φαντάρο, τον Γιώργο Μιχαλόπουλο, και
τρεις Ιερολοχίτες και στην άλλη θέση είναι ο Σταύρος Κωτσόπουλος με δεκαπέντε
Ιερολοχίτες.
Ογδόντα κομιτατζήδες με αρχηγό τον Τσακαλάρωφ κατηφορίζουν
προς τη θέση Ψαλίδι.
Ακούγονται οι πέτρες που κυλούν από τα άρβυλά τους.
Ο καπετάν Γκόνος τούς αφήνει να πλησιάσουν.
Με αιφνιδιασμό, σκοτώνουν τον υπασπιστή του, τον Ποπώφ και
τραυματίζουν δεκάξι κομιτατζήδες.
Ο καπετάν Γκόνος πιάστηκε στα χέρια με τον Τσακαλάρωφ και
τον τραυμάτισε θανάσιμα στην κοιλιά.
Ο Βούλγαρος έπεσε από το άλογό του και σωριάστηκε αιμόφυρτος
στο χώμα.
Τότε πήγε ο Ιλο Κοτόρκιν πίσω από τον Γκόνο και τον έπληξε
με δυο τουφεκιές.
Ο καπετάν Γκόνος συνεχίζει να αγωνίζεται με τουφέκι και
πιστόλι, αν και αιμορραγούσε.
Τρομοκρατήθηκαν οι κομιτατζήδες και το 'βαλαν στα πόδια,
ανηφορίζοντας για το Ραντόσι, όπου ο Τσακαλάρωφ άφησε την τελευταία του πνοή
στα χέρια του Γκογκώφ (κομιτατζής από τη Βεύη).
Την πληροφορία αυτή τη δίνει η ίδια η οικογένεια, η οποία
φρόντισε να την αποσπάσει από τον υπέργηρο Γκογκώφ.
Η τελευταία κουβέντα του Γκογκώφ ήταν "Το σκυλί θα μας
έτρωγε όλους, αν δεν τραυματιζόταν".
Ο καπετάν Γκόνος, με μόνη συντροφιά το άλογό του και το
άψυχο κορμί του Γιώργου Μιχαλόπουλου, αιμορραγεί όλη τη νύχτα.
Την άλλη μέρα το πρωί τον βρήκαν και τον μετέφεραν στη Βεύη,
όπου τον εξέτασε στρατιωτικός γιατρός και έδωσε εντολή να μην του δώσουν νερό.
Ο πόνος ήταν αβάστακτος και ο καπετάν Γκόνος εκλιπαρούσε για
λίγο νερό.
Τον λυπήθηκε ο θείος του, τού έδωσε νερό και έτσι ο καπετάν
Γκόνος άφησε την τελευταία του πνοή.
Πέθανε σε ηλικία 33 χρόνων.
Τιμήθηκε με Αναμνηστικό Μετάλλιο Μακεδονικού Αγώνος,
γραμμένος στην επετηρίδα με αα 18 και ο ανδριάντας του στήθηκε στην πλατεία του
χωριού του.
Η μητέρα του καπετάν Γκόνου, Τριανταφυλλιά (Φυλλία), σύζυγος
του Αλέξανδρου Χολέρη (επίσης Μακεδονομάχος που δηλητηριάστηκε από τους
Βούλγαρους) μετά τον ηρωϊκό θάνατο του γιου της έπαθε νευρικό κλονισμό.
Μετά το 1920 αποκαταστάθηκε η υγεία της, ήταν όμως γραφτό να
σκοτωθεί και εκείνη από βλήμα του αποχωρούντος αγγλικού πυροβολικού που έπεσε
στο σπίτι της, ενώ οι Γερμανοί είχαν μπει στη Βεύη.
Πηγή: Μακεδονία=Ελλάδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου