Οι Έλληνες της Μακεδονίας, από το ξέσπασμα της Επανάσταση του 1821 και μέχρι την επίσημη έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, περνούσαν τα πάνδεινα, ωστόσο δεν παρατούσαν τον Αγώνα που θα οδηγούσε στην Λευτεριά τους.
Σαν λιοντάρια πάλευαν, αντιμέτωποι με φοβερά προβλήματα που
δημιουργούσαν οι τούρκοι, οι βούλγαροι, αλλά δυστυχώς και οι Έλληνες πολιτικοί
της μικρής απελευθερωμένης Ελλάδας.
Ένας από αυτούς τους Έλληνες, ήταν ο Κώττας, που με
πρωτόγνωρο πείσμα και αφοσίωση στην πατρίδα, μαχόταν σαν να μην υπήρχε αύριο.
Γι΄ αυτό το παλληκάρι, το αύριο της ζωής του θα ερχόταν πολύ
σύντομα, μια και ο φρικτός θάνατος τον βρήκε πριν εισπνεύσει τους ανέμους της
Ελευθερίας.
Όλοι στην Μακεδονία τον ήξεραν, όπως και στην απελευθερωμένη
Ελλάδα. Δυστυχώς, κι ενώ οι Μακεδόνες τον εμπιστεύονταν απόλυτα, οι
απελευθερωμένοι, καθισμένοι στις άνετες καρέκλες τους, έβαζαν σοβαρά εμπόδια
στις μάχες που έδινε ή που σκόπευε να δώσει, μαζί φυσικά με τους συμπολεμιστές
του.
Ο Παύλος Μελάς, ο Κοντούλης, ο Πίρζας και οι συνοδοιπόροι
τους στην Μακεδονία πίστευαν ολόψυχα στον Κώττα και τους άνδρες του. Και πώς να
μην πιστέψουν στους αγνούς σκοπούς του Κώττα, για τον οποίο υπάρχει η μαρτυρία
του Παύλου Μελά:
«Ο Κώττας με την φανταστικήν στολήν του, γονατιστός (μπροστά
στους Έλληνες) τους μιλούσε με πολύ ενθουσιασμό και διπλωματία για διάφορα
ζητήματα της Μακεδονίας… Ημείς οι Μακεδόνες, (έλεγε ο Κώττας), διά ν΄ αποκτήσωμεν την ελευθερίαν,
έχομεν δύο δρόμους εμπροστά μας. Εκλέξατε σεις ποίον θέλετε. Ο ένας πηγαίνει
εις την Βουλγαρίαν. Είναι δρόμος που βαστά 30 μέρες, και είναι γεμάτος αγκάθια,
που θα μας γδάρουν, ως που να φθάσωμεν εκεί. Ο άλλος πηγαίνει εις την Ελλάδα
εις τρεις μέρες και είναι ωραίος και καθαρός».
Οφείλουμε στην μνήμη του να προσθέσουμε μία ακόμα σημαντική
παρακαταθήκη που μας άφησε διά των λόγων και των έργων του ο Κώττας, όπως αυτή
φθάνει σε μας διά της γραφίδας του Μακεδονομάχου συγγραφέα Γ. Μόδη:
«Ο Κώττας τους έδειχνε (Μελά, Κοντούλη, Πίρζα κ.ά.) επίσης
και αρχαία νομίσματα του Μ. Αλεξάνδρου και Φιλίππου που τα κρατούσε πάντοτε
πάνω του. «Ξέρετε, έχουν όλα τα ελληνικά γράμματα. Έχετε βρει και σεις. Έχετε
ιδεί καμμιά φορά και κανένα με βουλγαρικά γράμματα; Ελληνικά γράμματα έχουν και
όλες οι παλιές εκκλησίες και τα παλιά βιβλία μας. Πρέπει λοιπόν αναγκαστικά να
είμαστε Μακεδόνες Έλληνες. Να λεγόμαστε Μακεδόνες και να γινόμαστε Βούλγαροι
δεν γίνεται».
Τραγικώς, η μακεδονική επιτροπή της απελευθερωμένης Ελλάδας
είχε διασπασθεί. Ανάμεσα στους υπερασπιστές του Αγώνα για την Μακεδονία,
ξεφύτρωσαν κι εκείνοι που αμφισβητούσαν την επιτυχία του Αγώνα, όπως ο Παπούλας
και ο Κολοκοτρώνης, ο εγγονός του Γέρου! Αμφισβητούσαν τον Κώττα που
υπερασπιζόταν τα ιερά και τα όσια της Μακεδονίας μας με κάθε μόριο της ύπαρξής
του!
Αξίζει μάλιστα να αναφερθούμε στην διαμάχη που προέκυψε για
το μακεδονικό ζήτημα ανάμεσα στον Μελά και τον Κολοκοτρώνη. Έφτασαν μάλιστα στο
σημείο να μονομαχήσουν οι δυο τους, με τον Μελά να τραυματίζει ελαφρά τον
Κολοκοτρώνη. Όπως διηγείται ο Κρητικός Μακεδονομάχος Καούδης, "μια ημέρα το
καλοκαίρι του 1904, που πήγαινε με τον Μελά από την οδό Σταδίου στην οδό
Βουλής, ο Μελάς σταμάτησε μπροστά στον έφιππο ανδριάντα του Κολοκοτρώνη, τον
αγριοκοίταξε και ξεφώνησε: Να χαρείς τον εγγονό σου! Καλό βλαστάρι μάς άφησες".
Ο Κολοκοτρώνης και ο Παπούλας δεν ήθελαν να τα βάλουν με
τους τούρκους και τους βούλγαρους στην Μακεδονία μας, διατυμπανίζοντας πως
έπρεπε πρώτα να δημιουργήσουν ισχυρό στρατό και στόλο κι έπειτα να σκεφτούν τι
θα κάνουν με την Μακεδονία. Δηλαδή, έπρεπε να χαθεί οριστικά η Μακεδονία, για
να σηκωθούν από τις καρέκλες τους οι πολιτικοί της πρωτεύουσας!...
Ο Κώττας Χρήστου, ο σκληροτράχηλος αρχηγός των Κορεστίων,
δεν σταματούσε να δίνει τις μάχες του, όσα εμπόδια κι αν συναντούσε, όσα λάθη
κι αν έκανε και ο ίδιος. Έπεφτε και σηκωνόταν ξανά, μάτωνε, ορμούσε, κρυβόταν,
επανερχόταν, με τα όπλα στα χέρια και την ελπίδα στην καρδιά. Τελικά, οι
τούρκοι τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στις φυλακές της Κορυτσάς και από εκεί
στις φυλακές του Μοναστηρίου.
Δεν άργησαν οι εχθροί της Μακεδονίας μας να λάβουν την
απόφαση: Δολοφονία του Κώττα διά απαγχονισμού, στην πλατεία Ατ Παζάρ, στις 27
Σεπτεμβρίου του 1905.
Ο λεβέντης Κώττας, μέχρι τελευταία στιγμή, δεν σταμάτησε να
πολεμά. Καθώς τον οδηγούσαν στην αγχόνη, κατάφερε να ξεφύγει στα στενά της
πόλης. Τότε, οι τούρκοι που τον θεωρούσαν επικίνδυνο γι΄ αυτούς, εξαπέλυσαν
ανθρωποκυνηγητό σε ολόκληρη την πόλη, και δυστυχώς κατάφεραν να τον συλλάβουν
ξανά.
Νοερά, και πατριωτικά, ας δούμε τον Τραντέλληνα Κώττα, που είχε ζητήσει να μεταλάβει για τελευταία φορά από Έλληνα ορθόδοξο παπά, να βαδίζει προς την αγχόνη. Οι εχθροί τον ετοιμάζουν για την κρεμάλα. Με το ύφος του αθάνατου ήδη να ζωγραφίζεται ανεξίτηλα στο πρόσωπό του, ζητά από τους δήμιους του, να του λύσουν τα χέρια. Με στητό περήφανο κορμί, ανεβαίνει μόνος του στο ικρίωμα. Αφήνει τα μάτια του να γευτούν για ύστατες στιγμές τις μακεδονικές εικόνες γύρω του, αφήνει τα πνευμόνια του να πλημμυρίσουν με τις μαγικές ιαχές Ελευθερίας των Ελλήνων προγόνων του, και, τελικά, κλωτσάει μόνος του το υποπόδιο, αφού πρώτα φώναξε αγέρωχα: Ζήτω η Ελλάς! (Κατά άλλους, ζήτω το Έθνος).
Νίκη Μάρκου
Διαβάστε επίσης:

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου