Οι Έλληνες κατάσκοποι, Βενιζέλος, Γούτης και Κιτσόπουλος, μετά από προδοσία, περικυκλώθηκαν από τους ναζί. Μόνο ο Ηλίας Δημητρόπουλος που είχε βγει από το κρησφύγετο για λίγο, δεν συνελήφθη εκείνη την ώρα. Θα γλίτωνε;
Με το θόρυβο που έγινε (όταν οι ναζί περικύκλωσαν το σπίτι), οι τρεις πατριώτες που ήταν μέσα στο σπίτι κατάλαβαν πως είχαν μπλοκαριστεί και ότι δεν προλάβαιναν πια να φύγουν από πουθενά. Ωστόσο δεν τα σάστισαν καθόλου. Ο Γούτης με τον Κιτσόπουλο, άρχισαν να καίνε αμέσως ό,τι χαρτιά και πληροφορίες είχαν εκεί, ενώ ο Απόστολος Βενιζέλος ξανακάθισε μπροστά στον ασύρματό του και πρόλαβε να μεταδώσει τις τελευταίες του λέξεις:
-Αυτή τη στιγμή συλλαμβανόμεθα. Ζήτω η Ελλάδα!...
Κι αμέσως άρχισε να καταστρέφει το αγαπημένο του μηχάνημα, για να μην πέσει γερό στα χέρια των Γερμανών. Στο μεταξύ τα Ες-Ες κατέβηκαν άπρακτοι από την ταράτσα και τραβήχτηκαν όλοι μαζί στο απέναντι πεζοδρόμιο. Έβαλαν τότε το διερμηνέα τους, το Ρένο Αργυρίου, να τους φωνάξει ότι έπρεπε να παραδοθούν αμέσως. Διαφορετικά θα ανατίναζαν το σπίτι με χειροβομβίδες και δυναμίτη.
Οι τρεις πράκτορες κατάλαβαν ότι κάθε αντίσταση ήταν μάταιη. Άλλωστε δεν είχαν κανένα όπλο μαζί τους. Και νάθελαν λοιπόν να αντισταθούν, δεν μπορούσαν. Γι΄ αυτό αποφάσισαν να παραδοθούν. Πρώτος άνοιξε την πόρτα ο Κώστας Κιτσόπουλος. Την ίδια στιγμή ακούστηκε η φωνή του Αργυρίου:
-Ψηλά τα χέρια, αν θες να μη στην ανάψω! Πόσοι είναι ακόμη μέσα;
Ο Κιτσόπουλος σήκωσε τα χέρια του και φώναξε με τα ονόματά τους τους δύο αγαπημένους του φίλους. Εκείνοι υπάκουσαν. Βγήκαν στο δρόμο και παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Αυτοί μπήκαν στο σπίτι όλοι μαζί, κρύφτηκαν και περίμεναν, για να συλλάβουν όποιον θαρχόταν. Φυσικά, έπειτα από λίγο, ανύποπτος ο Ηλίας Δημητρόπουλος, γύρισε με τα τσιγάρα και τον συνέλαβαν κι αυτόν. Ευτυχώς τον κώδικα τον είχε παραδώσει σε κάποιον της οργανώσεως που συνάντησε τυχαία στο δρόμο, για να μην τον σέρνει μαζί του.
Από το σημείο αυτό αρχίζει η πραγματική τραγωδία των παλληκαριών αυτών. Τους φόρτωσαν στ΄ αυτοκίνητα και τους οδήγησαν στη Γκεστάπο της οδού Καραϊσκου, στον Πειραιά. Τα βασανιστήρια που υπέστησαν εκεί τρία ολόκληρα μερόνυχτα, ξεπερνούν την ανθρώπινη φαντασία. Περισσότερο όμως απ΄ όλους βασανίστηκε ο Απόστολος Βενιζέλος, που σαν ασυρματιστής που ήταν, έπρεπε να ξέρει πού βρίσκεται ο κώδικας, για ν΄ αποκρυπτογραφήσουν δυο τηλεγραφήματα, που δεν είχαν προλάβει να καταστρέψουν οι συλληφθέντες. Αλλά τίποτε δεν κατόρθωσε να τον κάνει ν΄ ανοίξει το στόμα του. Τον είχαν σε τέτοιο βαθμό κακοποιήσει, ώστε στις 18 Μαϊου 1943, που τον συνάντησε ο φίλος του Θανάσης Κουλής στις φυλακές Αβέρωφ, δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει. Τα χέρια του και τα πόδια του είχαν εξαρθρωθεί και δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, μα ούτε και να μιλήσει. Τα μαλλιά του είχαν ασπρίσει...
[...] Στις 8 Ιουνίου 1943 έγινε η δίκη των τεσσάρων πατριωτών μέσα στις φυλακές Αβέρωφ για περισσότερη ασφάλεια.
Οι Γερμανοί δεν τολμούσαν να τους μεταφέρουν στον "Παρνασσό", που έδρευε το ανώτατο γερμανικό στρατοδικείο. Ο φόβος μήπως δραπετεύσουν ή μήπως κατορθώσουν να τους απαγάγουν οι σύντροφοί τους - όπως έγινε δεκάδες φορές ως τότε - τούς έκανε να λάβουν έκτακτα μέτρα.
Και η απόφαση που βγήκε, τους καταδίκαζε όλους σε θάνατο. Από τα χαράματα ακόμη, είχαν συγκεντρωθεί έξω από του Αβέρωφ όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι των τεσσάρων πατριωτών. Περίμεναν, κλαίγοντας σιωπηλά, για το αποτέλεσμα. Και οι ώρες περνούσαν βαρειές και καταθλιπτικές. Κανείς δεν μιλούσε. Είχαν στηρίξει τις ελπίδες τους στον Θεό.
Ξαφνικά κατά τις έντεκα άνοιξε η πόρτα των φυλακών και βγήκε ο κ. Ιωάννης Σόντης, συνήγορός τους. Το πρόσωπό του ήταν ωχρό...
[...] Στις 19 Ιουνίου 1943, ακριβώς στις έξι το πρωί, αφού εξομολογήθηκε και κοινώνησε ο Βενιζέλος στον ιερέα Χαράλαμπο Παναγιωτόπουλο, που ιερουργούσε στην εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην συνοικία Κυνοσάργους, τον πήραν οι Γερμανοί και μαζί με τους συντρόφους του, τον οδήγησαν στον τόπο της εκτελέσεως, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Εκεί οι σκηνές που επακολούθησαν, ήταν εξαιρετικά δραματικές...
[...] Έξαφνα ακούστηκε η φωνή του επί κεφαλής υπολοχαγού σαν κρώξιμο κορακιού που έδινε το παράγγελμα του θανάτου:
-Πυρ!
Οχτώ ελληνικά κορμιά κύλησαν άψυχα πάνω στο ματοβαμμένο χώμα της Καισαριανής. Ένα αυτοκίνητο του Δήμου, που είχε ειδοποιηθεί από το βράδυ, περίμενε έξω από το Σκοπευτήριο με οχτώ ξύλινες κάσες. Οι άνθρωποί του παράλαβαν αμέσως τα πτώματα των ηρώων, που έπεσαν για την πατρίδα και η νεκροφόρα ξεκίνησε - ποτίζοντας όλο το δρόμο με το τίμιο αίμα τους, που έσταζε από τις χαραμάδες - και τράβηξε ολοταχώς για το Γ΄ Νεκροταφείο της Π. Κοκκινιάς όπου και τους έθαψαν τον ένα κοντά στον άλλο. Ήταν δε οι εξής:
1.Απόστολος Βενιζέλος 2.Ανδρέας Γούτης 3.Κωνσταντίνος Κιτσόπουλος 4.Ηλίας Δημητρόπουλος 5.Κωνσταντίνος Μπούρας 6.Ηλίας Ντεγιάνης 7.Αντώνιος Παπαγιάννης 8.Ιωάννης Βαρσόπουλος. Συνεχίζεται...
Πηγή: Γιάννης Ιωαννίδης, Έλληνες και ξένοι κατάσκοποι στην Ελλάδα, Αθήναι 1960 - Η φωτογραφία δημιουργήθηκε με την βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου