Άγγελος Σικελιανός: Πώς η Βουλή και η Κυβέρνηση πρόδωσαν τον ποιητή - Εκεί που τελειώνει το κράτος εκεί αρχίζει ο άνθρωπος


16/2/2025

Πέτρα που ανάβρυσε νερό και

γλυκομουρμουρίζεις που ακούμπησα 

στα χείλη σου σαν μια υδρία τη σκέψη.

Ο Άγγελος Σικελιανός (1884-1951) λάτρευε την Ελλάδα και ιδιαίτερα τον αρχαιοελληνικό κόσμο, γιατί πίστευε βαθιά πως μόνο αυτός κουβαλούσε μέσα του τα πανανθρώπινα μυστικά. Μόνο η Ελλάδα είναι ικανή να ανοίξει τον δρόμο που πρέπει να περπατήσουν όλοι οι λαοί. 

Γεννημένος στην Λευκάδα το 1884, καταγόταν από μια οικογένεια καλλιεργημένων και γλωσσομαθών ανθρώπων που φρόντισαν ώστε τα παιδιά τους να αγαπήσουν το Έθνος των Ελλήνων, να το τιμούν και να το σέβονται. Εξάλλου, οι πρόγονοι του Σικελιανού δεν είχαν διστάσει να διαθέσουν την περιουσία τους στην Επανάσταση του ΄21. 

Από τον πατέρα του, με τον οποίο έκανε ατελείωτους περιπάτους στους λευκαδίτικους ελαιώνες, έμαθε να αγαπά την αρχαία ελληνική μυθολογία αλλά και την ελληνική ιστορία. Αγαπούσε πολύ, κι αυτό πρέπει να σημειωθεί, την παραμάνα του, την θεία Μαρία. Μια γυναίκα απλή και υπέροχη που πότισε το πνεύμα του ποιητή με γεύσεις, αρώματα και λέξεις, που τελικά έγιναν φυλαχτό μέσα στο ψυχοπνεύμα του. 

Ο Σικελιανός το 1901 πήγε στην Αθήνα για να φοιτήσει στην νομική σχολή, μα δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Ήταν, θαρρείς, ταγμένος, για άλλα πράγματα, διάβαζε πολύ, εκτός των αρχαίων Ελλήνων, και Νίτσε και Ντ΄ Αννούτσιο (Ιταλός ποιητής). 

Το 1907 γνώρισε την Αμερικανίδα αρχαιολόγο και χορογράφο Εύα Πάλμερ. Γεννιέται αγάπη ανάμεσά τους, ποτισμένη από το πάθος και των δύο για το ελληνικό πολιτισμό. Ήταν να παντρευτούν, αλλά ο Σικελιανός ανέβαλε τον γάμο γιατί είχε ήδη προγραμματίσει ένα ταξίδι στην Αίγυπτο. 

Στην Αίγυπτο, το 1907, έγραψε το πρώτο του αριστούργημα, τον Αλαφροΐσκιωτο. Όσο το έγραφε, είχε ξεχάσει ποιος είναι. Ζούσε σε πλήρη απομόνωση, νηστικός, σχεδόν σε έκσταση. Γιατί ήθελε να συνθέσει κάτι μοναδικό, συνδυάζοντας μύθους, μυστήρια, ορφισμό και φύση. 

Το 1914 συνάντησε τον Νίκο Καζαντζάκη κι ενώθηκαν οι δυο τους με τα ιερά δεσμά της φιλίας. Έμειναν μαζί στο Άγιο Όρος για 40 ημέρες, επισκέφθηκαν τις μονές και έζησαν ως Μοναχοί. Εκεί ο Σικελιανός θα αφήσει την ψυχή του ελεύθερη για να ρουφήξει την θρησκευτικότητα του τόπου, και τελικά έγραψε ένα από τα πιο σημαντικά του ποιήματα: Μήτηρ Θεού. 

"Συ, που θωρείς τους ύπνους μου, πρώτη, αδερφή, μαρτύρα

Αν της φωνής στου στ΄ όνειρο δεν άκουσα τη λύρα!

Κι ως σου είδα στη μετάδοση το χείλι να μην τρέμει

Σαν την καρδιά σου δέρνανε οι τέσσερις ανέμοι

Κι ως είδα ετοιμοθάνατη την όψη σου να μένει

Σε τρίσβαθο χαμόγελο, λουσμένη, βυθισμένη,

Κι ως σταύρωσες τα χέρια σου στα στήθη απάνω μόνη

Κι ώρα την ώρα ο θάνατος σε σκέπαζε ωσά χιόνι

Γλυκά κι αν δε με διάταξες της πίκρας μου να αφήσω

Τον πέπλον, ολοζώντανη για να σε ζωγραφίσω". 

Η Μικρασιατική Καταστροφή έγινε βαθύς πόνος που ξέσχισε τα σωθικά του ποιητή. Μέσα στην συντριβή του, άρχισε σιγά σιγά να γεννιέται η Δελφική Ιδέα. Δηλαδή, η αναβίωση των Δελφικών Εορτών ήταν επιβεβλημένη πια για τον Σικελιανό, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσαν να σωθούν οι άνθρωποι, ενωμένοι μέσα στον πολιτισμό και τις αξίες των αρχαίων Ελλήνων.

Για την αναβίωση των Δελφικών Εορτών, ο Σικελιανός και η γυναίκα του Εύα, εργάστηκαν σκληρά για πολλά χρόνια, παλεύοντας να ξεπεράσουν τις τεράστιες δυσκολίες, και ξοδεύοντας την περιουσία τους. Άρθρα, μελέτες, διαλέξεις και δύο παραστάσεις - Προμηθέας Δεσμώτης και Ικέτιδες του Αισχύλου -, όλα πραγματοποιούνταν προς επίτευξη του υψηλού σκοπού του Σικελιανού. 

Να σημειωθεί ότι τότε η Ακαδημία Αθηνών τίμησε το ζεύγος Σικελιανού με αργυρά μετάλλια "διά την γενναίαν προσπάθειαν..." 

Ωστόσο, σαν κύλησε ο χρόνος, η βουλή, το 1934, αποφάσισε να κάνει πραγματικότητα το όραμα του Σικελιανού για την αναβίωση των Δελφικών Εορτών, αναθέτοντας έργο σε επιτροπή 22 μελών, όμως εξοστρακίζοντας από αυτήν το ζεύγος Σικελιανού! 

Ήταν τότε που ο Σικελιανός, πικραμένος και απογοητευμένος, έγραψε έξω από την πόρτα του γραφείου του τα λόγια του Νίτσε: 

"Εκεί που τελειώνει το κράτος εκεί αρχίζει ο άνθρωπος". 

Το 1938, γνώρισε την Άννα που θα γινόταν, μετά από πολλά εμπόδια, η δεύτερη γυναίκα του, με την οποία θα ζούσαν πολύ φτωχικά.

Η Άννα Σικελιανού στο βιβλίο της "Ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός" εκδ. Ίκαρος, έγραψε: 

"Μείναμε λίγες μέρες στο άσπρο σπιτάκι να ετοιμάσουμε το ταξίδι για τη Φτέρη Αιγίου, που μας το είχε συστήσει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος καθώς και το σπιτάκι. Κι όπως πάντα μικρό και φτωχικό χωρίς φως, χωρίς νερό αλλά που αγνάντευες μέσα από τα έλατα όλο τον κόσμο. Το αγαπήσαμε και ετοίμασα ένα βασιλικό κελί για τον Άγγελο με μπλε υφάσματα και ασημένια καντηλέρια. Εκεί έγραψε για πρώτη φορά την τραγωδία του Σιβύλλα που την είχε ήδη αναγγείλει στον Ed. Shure το 1926..." 

Καινούρια φουρτούνα ξέσπασε στην ψυχή του ποιητή στην Κατοχή. Γράφει, δημιουργεί, εμπνέει και, τελικά, θρηνεί μαζί με όλους τους Έλληνες τον Κωστή Παλαμά, στην κηδεία του οποίου βροντοφώναξε: "Σε αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα". 

Το 1946, η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών πρότεινε τον Σικελιανό για το βραβείο Νόμπελ. Αλλά, όπως έγραψε η γυναίκα του η Άννα, η κυβέρνηση του Ντίνου Τσαλδάρη έκανε ό,τι μπορούσε με τον Έλληνα πρέσβη της Σουηδίας και τον Σπύρο Μελά για να ματαιωθεί η βράβευση. 

Μια ζωή γεμάτη Ελλάδα, οράματα, περιπέτειες, πόνους, φτώχεια και προδοσίες έφτανε, εξαιτίας μακρόχρονης ασθένειας στο τέλος της. Στις 19 Ιουνίου του 1951. 

Κυριότερα έργα του Άγγελου Σικελιανού: Ο Αλαφροΐσκιωτος (1909), Θαλερό (1915), Μήτηρ Θεού (1917), Το Πάσχα των Ελλήνων (1922), Δελφικός λόγος (1927), Διθύραμβος του Ρόδου (1932), Ο Δαίδαλος στην Κρήτη (1943), Σιβύλλα (1944), Ο Χριστός στη Ρώμη (1946), Ο θάνατος του Διγενή (1944). Το ποίημά του Πνευματικό εμβατήριο μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου