17/11/2025
Δεν θα μπορούσε να καρποφορήσει την Λευτεριά ο Μακεδονικός Αγώνας, αν δίπλα στους Πολεμιστές μας δεν στέκονταν, ψυχή τε και σώματι, οι σκλαβωμένοι Έλληνες, με μια ομοψυχία και μια αυταπάρνηση που δεν έχουν το προηγούμενό τους στην ιστορία της ανθρωπότητας!
Για να σταθούν τα αντάρτικα σώματα και να δράσουν, χρειάζονταν την ολόψυχη συνδρομή του πληθυσμού. Και την είχαν. Βοηθούσαν όλοι, μεγάλοι και μικροί, άνδρες και γυναίκες, με όλα τα μέσα και όλη την καρδιά.
Ένα πνεύμα πάλης και αυτοθυσίας επικρατούσε παντού, που φανέρωνε ότι ο μακεδονικός Ελληνισμός ήταν τώρα έτοιμος και ώριμος ν΄ αγωνισθή για την ύπαρξη και την ελευθερία του.
Αγώνας, άλλωστε όπως αυτός, πολύμορφος, πολυμέτωπος και ολοκληρωτικός, δεν μπορούσε καν να εννοηθή χωρίς την ομόθυμη υποστήριξη όλων των Ελλήνων, χωρικών και πολιτών, πλουσίων και φτωχών.
Σε πολλές περιπτώσεις ο ενθουσιασμός ήταν αληθινά συγκινητικός. Ο Παύλος Μελάς μιλάει στα γράμματά του για τα βουβά δάκρυα, που είδε στα μάτια πολλών γέρων και σεβαστών παπάδων, προκρίτων, δασκάλων, όταν τον πρωτοαντίκρυσαν. Γηραλέοι παπάδες και δημογέροντες και ένας διδάσκαλος του Βογατσικού αναρριχήθηκαν πολλές ώρες, ένα απότομο βουνό με ταγάρια από λουκούμια, γλυκά, ρακή, τσιγάρα, για να τους ιδούν και να τους μιλήσουν, και όταν τους είδαν, δεν μπόρεσαν από στη συγκίνηση ν΄ αρθρώσουν λέξη! Πενήντα νέοι Βογατσικιώτες προσφέρθηκαν τότε να καταταχθούν στο σώμα.
Μαθητής του γυμνασίου είχα αναλάβει να μεταφέρω τρόφιμα στις φυλακές, συχνά και κρυφά γράμματα και κάποτε και μαχαίρια. Με είχαν ορκίσει και μυήσει στην Οργάνωση σε ηλικία 15 ετών. Η μητέρα μου πρόθυμα δέχθηκε σπίτι μας πληγωμένους αντάρτες. Γυναίκες της γειτονιάς, που το μυρίσθηκαν, μας παρακάλεσαν να μη το λησμονούμεν ότι είχαν κι αυτές καλά σπίτια, για να φιλοξενήσουν ξένους φίλους. Δεν τραγουδούσαμε παρά κλέφτικα και "ηρωικά" τραγούδια. Ακόμη και τους ευρωπαϊκούς χορούς τούς θεωρούσαμε αμαρτία.
Πρέπει ιδιαίτερα να εξαρθή η πίστη και αφοσίωση των σλαβόφωνων χωριών του Μοριχόβου και του Περιστεριού, των βλαχόφωνων της Φλώρινας, του Μπαχόβου, της Καρατζόβας και άλλων. Ό,τι και αν ειπή κανείς γι΄ αυτά θα είναι λίγο.
Όταν έφθαναν τα σώματα στα χωριά αυτά, ένοιωθαν ασφάλεια και εμπιστοσύνη, σαν να βρίσκονταν στην Ελλάδα. Η προδοσία από μέρος χωρικών ήταν άγνωστη. Πολλές φορές στα χωριά του Μοριχόβου και του Περιστεριού, ενώ έμπαιναν σ΄ ένα σπίτι για κατάλυμα Τούρκοι στρατιώτες και εμείς κλεινόμαστε σ΄ ένα δωμάτιο ή κατεβαίναμε στο υπόγειο, μας πλησίαζε κρυφά η σπιτονοικοκυρά και ψιθύριζε: "Μη φοβάη! Μη φοβάη!". Οι Κρητικοί σύντροφοί μου άλλοτε χαμογελούσαν και άλλοτε αγανακτούσαν.
"Άι τσι γιαβεντισμένες", έλεγαν. Πού ακούσθηκε να δίνουν κουράγιο γυναίκες στους άνδρες! Μας πήραν για μωρά παιδιά!". Και ήξεραν πάρα πολύ καλά οι γυναίκες αυτές ότι δεν θα καλοπερνούσαν καθόλου η οικογένεια και το σπίτι τους, αν έπεφτε τουφεκιά! Άνδρες, γυναίκες, παιδιά, μπορούσαν να βασανισθούν, να σφαγούν, να κομματιασθούν, να γδαρθούν, αλλά μιλιά δεν έβγαινε από το έρκος των οδόντων τους. Πολλούς σκότωσαν οι Τούρκοι στο ξύλο και πέρασαν οι Βούλγαροι στο μαχαίρι χωρίς να βγάλουν τίποτε.
Μαρτυρία του Γ. Μόδη στο έργο του: "Μακεδονικός Αγών και Μακεδόνες Αρχηγοί", εκδ. Πάπυρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου