Η απόδραση ενός Ρεϊζντεριανού στο Γαϊδουρόνησο του Λυθριού - Η μαρτυρία - ιστορικό ντοκουμέντο του Ματθαίου Φραγκομανώλη που συγκλονίζει
Ο Ρεϊζντεριανός Ματθαίος Φραγκομανώλης μας αφηγείται συγκλονιστικά γεγονότα που συνέβησαν μετά την κατάρρευση του μετώπου στα μέρη από το Ρεϊζντερε μέχρι το Λυθρί όπως για εκείνο το Ζάλογγο της Ερυθραίας που πέντε κορίτσια έπεσαν στον γκρεμό για να γλυτώσουν από τα χέρια των τούρκων. Μας δίνει και κάποιες πληροφορίες για το Λυθρί και την περιοχή του, όπως για το κοντινό στο χωριό νησάκι το Γαϊδουρόνησο που ίσως είναι το αναφερόμενο σε χάρτη της εποχής με το όνομα “Όνος” και σήμερα αποκαλείται από τους Τούρκους Mustafacelebi. Εκεί είχε κάποια σπίτια, στάβλους και ζώα προφανώς Λυθριανών. Επίσης ένα εκκλησάκι. Στο Λυθρί δεν υπήρχε κάτοικος πιά. Είχαν ήδη φτάσει και εκεί τούρκοι στρατιώτεςΑποσπάσματα από την αφήγηση του Ματθαίου Φραγκομανώλη από το Ρεΐζντερε της Ερυθραίας, χωριού κοντά στο Λυθρί που μετά τον ξεριζωμό εγκαταστάθηκε στην Ιεράπετρα, από το βιβλίο της Μαρίας Μαθιουδάκη-Δραγασάκη, Μνήμες Μικρασίας (η αφήγηση ήταν στην καθαρεύουσα και τη μετέτρεψα στη δημοτική)
Σεπτέμβρης του 22. Έχει καταρρεύσει το μέτωπο.
Ο Πλαστήρας πηγαίνοντας προς την Κρήνη (Τσεσμέ) για να φύγει με το στρατό του στη Χίο άρχισε να πυροβολεί τον τουρκικό στρατό που ερχόταν πίσω του και να τους εμποδίζει να έρθουν στο χωριό Ρεϊζντερε. Επιτέλους ο Πλαστήρας μπήκε με το στρατό του τελευταίος στο πλοίο για να φύγουν για τη Χίο. Τότε όλος ο χριστιανισμός έμεινε στα χέρια των Τούρκων. Ο τουρκικός στρατός διασκορπίστηκε στα διάφορα χωριά. Στο χωριό μας ήρθαν 200 στρατιώτες ……
Ήταν Κυριακή και κατά τις 8:00 έρχονται τρεις έφιπποι και μαζεύουν τους άντρες. Αφού μάζεψαν όσους ήθελαν φεύγουν και σε πέντε λεπτά της ώρας βλέπουμε το σπίτι του προεστού να καίγεται και εντός ολίγου τα περισσότερα σπίτια του χωριού.
Τότε οι άνθρωποι τρέχουν στα όρη και άλλοι προς τη θάλασσα. Οι έφιπποι αμέσως περικυκλώνουν το χωριό και αρχίζουν να πυροβολούν δεξιά και αριστερά όπου ήταν άνθρωποι. Με τους πυροβολισμούς αυτούς σκοτώθηκαν τρεις άντρες μία γυναίκα με το παιδάκι της στην αγκαλιά και τραυματίστηκαν δύο παιδιά. Εγώ τώρα αφήνω τους γονείς μου και με τρεις φίλους μου πηγαίνουμε στη θάλασσα ενώ μας κυνηγούν δυο έφιπποι. Αλλά η παραλία της θάλασσας ήταν γεμάτος γκρεμούς και τα άλογα δεν μπορούσαν να μας πλησιάσουν. Γδυνόμαστε και πέφτουμε στη θάλασσα για να πάμε σε ένα νησάκι που βρίσκεται απέναντι από το χωριό Λυθρί ονομαζόμενο Γαϊδουρόνησο. Η ώρα θα ήταν 9 π. μ. περίπου. Οι Τούρκοι έφιπποι μας πυροβολούν αλλά μάταια. Τότε πηγαίνουν σε ένα απόκρημνο βράχο όπου ήταν πέντε κορίτσια. Μόλις τους είδαν για να μην έρθουν στα χέρια των Τούρκων πηδούν στη θάλασσα από τον γκρεμό ύψος 5 μέτρων περίπου και πνίγονται όλα μαζί.
Εν τω μεταξύ εμείς είχαμε ανοιχτεί πολύ στη θάλασσα και τα κύματα εμεγάλωναν όσο προχωρούσαμε αλλά ευτυχώς ο καιρός δεν ήταν ενάντιος. Τα κύματα χτυπούν δυνατά τα πρόσωπά μας. Εγώ εκουράστηκα τόσο πολύ και πέφτω ανάσκελα σχεδόν μία ώρα για να αναπαυτώ και να συνεχίσω. Όταν εγύρισα με κατάλαβε φόβος, γιατί είχα χάσει τους φίλους μου λέγοντας ότι θα τους έφαγαν τα δελφίνια ή θα τους ρούφηξε καμία αναρούφα και έμεινε πλέον δική μου σειρά.
Προχωρώ με όλη μου τη δύναμη. Φωνάζω. Η φωνή μου παρασυρόταν από τον αέρα και μόνο που το στόμα μου γέμιζε νερό. Σε απόσταση πολύ μακρινή αρχίζω να διακρίνω ένα κεφαλάκι ανθρώπινο. Αμέσως τότε προχωρώ με όση δύναμη είχα, και βλέπω τον φίλο μου τον Δημήτρη ο οποίος μου λέει: αγαπημένε μου φίλε Ματθαίε δεν αντέχω πλέον, θα πνιγώ. Αλλά εγώ τον ενθαρρύνω. Αλλά ματαίως. Αφήνει τον εαυτό του και βυθίζεται στην άγρια θάλασσα. Εγώ πλέον προχωρώ απελπισμένος και κοιτάζω πίσω μου την καταστροφή του χωριού, τον καπνό της φωτιάς να ανεβαίνει ψηλά και να σκοτεινιάζει τον λαμπρό ήλιο. Επιτέλους αρχίζω να διακρίνω τα σπιτάκια του νησακιού και μερικούς ανθρώπους. Όσο προχωρούσα τόσο έβαζα δύναμη να φτάσω γρηγορότερα για να δω τα αποτελέσματα των φίλων μου. Ο ήλιος θα χρειαζόταν πέντε μέτρα να κοιμηθεί στη Δύση. Τέλος το φως έσβησε και έγινε σαν στρογγυλή φωτιά και σε 5 λεπτά με αποχαιρέτησε.
Η θάλασσα εσκοτείνιασε και έγινε αγριότερη αλλά η απόσταση για να φτάσω στο νησάκι δεν θα ήταν ούτε 15 λεπτά. Ενώ προχωρώ βλέπω τους φίλους μου οι οποίοι με περιμένουν στην ακρογιαλιά του νησακιού. Όταν έφτασα στην ακρογιαλιά μου έφερε κάποιος ένα σακί που βάζουν μέσα στάρι και με ένα μαχαίρι ανοίγει μία τρύπα στον πάτο του σακιού και από μιά στις πλευρές. Στην πρώτη τρύπα περνώ μέσα το κεφάλι μου και στις δεύτερες στα χέρια μου και έτσι το σακί το φόρεσα σαν πουκάμισο. Τότε με παίρνουν και με πηγαίνουν στην αποθήκη των αχυρώνων. Εκεί με ξαπλώνουν στα άχυρα και με τρίβουν. Έπειτα μου φέρνει κάποιος σ’ ένα τηγάνι πεταμένο, βρασμένα ξυλοκέρατα τα οποία τα ήπια σαν να ήταν καμιά ευρωπαϊκή σαμπάνια. Οι άλλοι φίλοι μου πήγαν στο βάθος της αποθήκης για να κοιμηθούν. Το σώμα μου πονούσε δυνατά. Οι άνθρωποι με ρωτούσαν πώς τα πέρασα στη θάλασσα και εγώ τους τα διηγήθηκα ένα προς ένα.
Δεν πέρασε λίγη ώρα και έρχεται ένας και μου φέρνει κρεμμύδια ψημένα με αλάτι που με λαιμαργία τα έφαγα σαν να ήταν μπαρμπούνια. Η ώρα 9 μ. μ. κουρασμένος και από τους φρικτούς πόνους εκοιμήθηκα σαν παράλυτος και εξύπνησα στις 9 το πρωί. Μετά λίγο πιάνουμε δύο κοτόπουλα τα καθαρίζουμε και τα βάζουμε να ψηθούν. Πηγαίνουμε στην εκκλησίτσα του νησακιού και ευχαριστούμε το Θεό για τη Σωτηρία μας και αλληλοασπαστήκαμε με δάκρυα στα μάτια από τη συγκίνηση γιατί σωθήκαμε ως εκ θαύματος και διότι δεν επάθαμε ότι ο φίλος μας ο Δημήτρης.
Φεύγουμε από την εκκλησίτσα και πηγαίνουμε στο σπιτάκι και τρώμε το κοτόπουλο χωρίς ψωμί. Κατόπιν επήγαμε σε ένα βράχο της θάλασσας και καθίσαμε βλέποντας τη θάλασσα που είχαμε περάσει και μας φαινότανε ψέματα. Την καταστροφή που πάθαμε και σκεπτόμασταν πως θα ζήσουμε χωρίς τροφή στο νησάκι. Τους ανθρώπους που έμειναν στα χέρια των Τούρκων και τα βασανιστήρια που θα τους υπέβαλαν, οι σφαγμένoι, οι πνιγμένοι, οι καμένοι. Δεν τους ξέρουμε. Δεν θα αξιωθούμε να τους μνημονεύσουμε. Είναι ήρωες χωρίς όνομα. Είναι χριστιανοί χωρίς τάφο και έχει ο καθένας το μαρτύριο του. Ποια ζωή ποιου Έλληνα να είναι δυνατόν να μείνει απομονωμένη από το μαρτυρικό θάνατο μυριάδων Ελλήνων; Ποιος Έλληνας μπορεί να ζήσει έξω από την ανάμνηση της Μικράς Ασίας; Όλοι μεταλάβαμε του τραγικού τούτου δυστυχήματος!. Μεγάλα πράγματα πρέπει να βγούνε από κάθε Έλληνα έπειτα από τέτοια καταστροφή.
Οι κάτοικοι του νησιού είχαν φύγει πρωτύτερα και πήραν τις τροφές. Είχαν αφήσει μόνο λίγα ξυλοκέρατα, κρεμμύδια και τις όρνιθες τις αίγες και τα βόδια τους και θα έστελναν κανένα καΐκι από τη Χίο για να πάρει τα εναπομείναντα στο νησάκι και θα φεύγαμε και εμείς μαζί με αυτούς. Την τρίτη μέρα βρήκαμε μία βάρκα μικρή στο νησάκι η οποία ήταν ανοιχτή και έπαιρνε νερά. Τη διορθώνουμε και τη ρίχνουν στη θάλασσα για να πάμε στο χωριό Λυθρί το οποίο ήταν ερημωμένο διότι όλοι οι κάτοικοι είχαν φύγει από το χωριό με όλη την περιουσία τους και πήγαν στη Χίο. Όταν εφτάσαμε στην παραλία του χωριού Λυθρί φωνάζουμε δυνατά: Παιδιά!! και αμέσως βλέπουμε έναν άνθρωπο να τρέχει από την κορυφή του γύρω λόφου. Όταν μας πλησίασε, ο λοχίας φωνάζει αλτ! Και ετοιμάζει τα όπλα του για να πυροβολήσει στον άνθρωπο που ερχόταν προς εμάς. Αυτός εσταμάτησε φωνάζοντας προς εμάς: Είμαι Ρεϊζντεριανός. Τότε πλησιάζουμε και εμείς και του είπαμε το σκοπό μας. Να σώσουμε ανθρώπους και μας είπε ότι είναι, 8 γυναίκες, 5 άντρες και 15 παιδιά. Τότε του λέμε να τους φέρει στην παραλία τρεις τρεις να τους βάζουμε στη βάρκα και από κει να τους πηγαίνει ένας που ξέρει κουπί στο νησάκι. Αλλά πρώτα τα κορίτσια, κατόπιν τις γυναίκες και τελευταία τους άντρες με τα παιδιά. Όπως τα είπαμε έτσι τα εκτελέσαμε. Αλλά δυστυχώς την τελευταία βαρκαδιά ήταν ένας μεθυσμένος πολύ και μας αναποδογυρίζει τη βάρκα. Τότε κολυμπώντας πηγαίνουμε στο νησάκι αλλά ο ένας δεν ήξερε να κολυμπά και πνίγεται.
Κολυμπώντας σε ένα τέταρτο της ώρας είμαστε πάνω στο νησάκι
διότι από το χωριό Λυθρί το νησάκι είναι πολύ κοντά. Το βράδυ εκαθήσαμε όλοι
μαζί και τους ερωτούσαμε για τους χωριανούς μας. Αυτοί μας είπαν ότι όταν οι άνθρωποι
διασκορπίστηκαν άλλοι στα όρη στα σπήλια και στη θάλασσα, οι Τούρκοι έφιπποι τους έπιασαν και τους
εκάθισαν γονατιστούς σε ένα μέρος τότε τους περικυκλώνουν και τους διαίρεσαν σε
τρία μέρη: τους άντρες χωριστά τις γυναίκες χωριστά και τα κορίτσια χωριστά και
μας πήγαιναν στα Αλάτσατα. Εμείς στο
δρόμο φύγαμε και ήρθαμε στην απέναντι ακρογιαλιά μήπως έρθει κανένα καΐκια από
τη Χίο και μας πάρει. Και να που ήταν τυχερό να έρθουμε εδώ και να φύγουμε από
το φόβο. Επάνω στο νησάκι τροφές δεν είχαμε και αναγκαστήκαμε να σφάξουμε το
βόδι και με το κρέας του χωρίς ψωμί περάσαμε τέσσερις μέρες. Την Τετάρτη κατά
τα μεσάνυχτα περίπου έρχεται ένα καΐκι και μας παίρνει και μας πηγαίνει στη Χίο. -Πηγή: erythrealithri








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου