Τρεις Έλληνες κατάσκοποι στα χέρια των ναζί: Ανδρόνικος, Λιάκος, Ρούσσος - Δεν τιμήθηκαν ποτέ από το κράτος και τα κόμματά του

 
23/2/2026

Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Ελλάδα, σε κάποιο σπιτάκι στην Αθήνα, ζούσε ένας νεαρός σπουδαστής, μαζί με τη μητέρα του και την αδερφή του: Ο Ματθαίος Ανδρόνικος,

ένα Ελληνόπουλο απ΄ τη Μύκονο που, από τις πρώτες μέρες της σκλαβιάς κατάλαβε πως δεν του ήταν πια δυνατό να συνεχίσει τις σπουδές και τη ζωή του με τις καινούργιες αβάσταχτες συνθήκες που δημιούργησαν οι κατακτητές. Και πήρε μια μεγάλη απόφαση: Να φύγει από την Ελλάδα, με κάθε τρόπο, να περάσει στις ελεύθερες χώρες της Ανατολής και κει να προσφέρει ό,τι μπορούσε για την ελευθερία της πατρίδας του.

Τ΄ όνειρό του αυτό πραγματοποιήθηκε στο τέλος Σεπτεμβρίου 1941. Ο Ανδρόνικος, ύστερα από πολλές περιπέτειες, κατόρθωσε να φτάσει μ΄ ένα καΐκι και με τρεις άλλους τολμηρούς συντρόφους του στην Αίγυπτο. Εκεί μπήκε εθελοντής στην Ειδική Σχολή Κατασκοπείας STC 102, στη Χάιφα, από όπου αποφοίτησε ύστερα από έναν χρόνο περίπου, ειδικευμένος για ασυρματιστής, αλεξιπτωτιστής και σαμποτέρ. Ήταν έτοιμος δηλαδή να δράσει, σ΄ οποιαδήποτε κατεχόμενη από τον εχθρό χώρα τον έστελνε η υπηρεσία του.

Έτσι, μια κατασκότεινη νύχτα, ένα συμμαχικό υποβρύχιο τον έβγαζε μαζί με δυο άλλους συναδέλφους του, το Θεόδωρο Λιάκο και τον Κώστα Ρούσσο, εφοδιασμένους με μηχανήματα ασυρμάτου, στον όρμο Νύμφη της Μάνης.

Η αποστολή τους είχε σκοπό να ενισχύσει την οργάνωση "Μίδας 614" του ταγματάρχη Γιάννη Τσιγάντε. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, έκρυψαν τα μηχανήματα σε μια σπηλιά, κοντά στο χωριό Παγανέα. Μα η λαστιχένια βάρκα που τους είχε φέρει από το υποβρύχιο στην ξηρά, πρόδωσε την παρουσία τους. Οι Μανιάτες, φύσει περίεργοι, έτρεξαν να δουν τους ανθρώπους που ήρθαν από την Ανατολή.

Δυο ώρες μακριά από την Παγανέα, ήταν ένα ιταλικός σταθμός Καραμπινιέρων. Κανένας βέβαια δεν τους πρόδωσε, μα ο ενθουσιασμός των χωρικών ήταν επικίνδυνος, όσο θα βρίσκονταν εκεί και θα φρόντιζαν να βρουν καΐκι για να φτάσουν στον Πειραιά. Τέλος τα κατάφεραν ύστερα από δυο τρεις μέρες κι έφτασαν στον προορισμό τους. 

Στην Αθήνα, οι τρεις νέοι δούλεψαν συνέχεια πάνω από έξι μήνες, χωρίς καμία διακοπή. Τους ασυρμάτους τούς γύριζαν από σπίτι σε σπίτι, από φόβο μήπως τα γερμανικά ραδιογωνιόμετρα εντοπίσουν τις εκπομπές τους. 

Οι Γερμανοί εγκατέστησαν γύρω στην Αθήνα δέκα μόνιμα ραδιογωνιόμετρα για να εντοπίζουν τους πομπούς. 

Αν ο ασυρματιστής είχε την απρονοησία να δουλεύει συνέχεια πέρα από ορισμένα λεπτά της ώρας, οι Γερμανοί έβρισκαν αμέσως από ποια συνοικία προέρχονταν τα μυστικά μηνύματα. Τότε ξεκινούσαν από το μέγαρο Ησαΐα της οδού Πατησίων, τα αυτοκίνητα-ραδιογωνιόμετρα και τριγυρίζοντας τα ύποπτα τετράγωνα, ανακάλυπταν με τους τέλειους δέκτες τους το ύποπτο σπίτι. Κι ο ένας μετά τον άλλον τουφεκίζονταν οι ασυρματιστές μας. Γιατί όση επιπολαιότητα έδειξε η Μ. Ανατολή στέλνοντας στην Ελλάδα ασυρμάτους μ΄ ένα μονάχα κύμα, άλλη τόση έδειξαν και μερικές ελληνικές οργανώσεις που άφηναν τους χειριστές απροστάτευτους. 

Οι τρεις όμως σύντροφοι τα ήξεραν καλά όλα αυτά. Έτσι άλλαζαν κάθε τόσο θέση, πηγαίνοντας πότε στο σπίτι του Κουσουράκη, κοντά στο θέατρο "Περοκέ", πότε στο σπίτι του Αντώνη Παντελή, πότε στου Μεσάρη, στην οδό Αριστοτέλους, στου Παλαιολόγου, στη Λ. Αλεξάνδρας, στο υπόγειο του Ευάγγελου Μανδρούλια, Ζωοδόχου Πηγής 2, στου Γεωργίου Τζώνη, οδός Πειραιώς, στου Ασημακοπούλου, Κανάρη 2, στου Γεωργίου Τζώνη, οδός Πειραιώς, στου Ασημακόπουλου, Κανάρη 2 και στους αδελφούς Γουνελά, στην οδό Πειραιώς, όπου στις 18/3/43 πιάστηκε από την Γκεστάπο ο ασυρματιστής Θεόδωρος Λιάκος μαζί με τον πομπό του. 

Μετά τη σύλληψη του Λιάκου, ο Ματθαίος Ανδρόνικος κι ο Κώστας Ρούσσος δεν δείλιασαν. Συνέχισαν απτόητοι και με περισσότερη θέρμη τις εκπομπές τους στην Ν. Σμύρνη, οδός Δωδεκανήσου 15, στο σπίτι της κ. Ελένης Γιαννακέα. 

Στο μεταξύ ο Ρούσσος προσβλήθηκε από φυματίωση. Μα όταν τού έλεγαν να ανεβεί στο Σανατόριο της Πεντέλης, θύμωνε:

-Να πάω δηλαδή να την αράξω στο Σανατόριο και να αφήσω την δουλειά μου στη μέση; έλεγε. Ωραία! Αφού είμαι καταδικασμένος από τη μοίρα μου, προτιμώ να πεθάνω δίπλα στον πομπό μου!

Με τον καιρό οι πνεύμονές του έγιναν "κόσκινο" κι ο πυρετός έφτανε στους σαράντα βαθμούς. Αλλά ο ηρωικός νέος δεν άφηνε την θέση του. Αυτό όμως προκάλεσε και το τέλος του. Επειδή δεν μπορούσε πια να μετακινηθεί, ο ασύρματός του δούλευε μέρα νύχτα στο ίδιο σπίτι.

Στο μεταξύ πιάστηκε κι ένας άλλος ασυρματιστής της ίδιας ομάδας, ο Μάριος Δανιηλίδης. Την σύλληψή του την έμαθε ο αντισυνταγματάρχης Νίκος Δημοτάκης της μυστικής οργανώσεως "Πλούτων" και ειδοποίησε να μετακινηθούν όλοι οι πομποί, γιατί είχαν εντοπιστεί από τα γερμανικά ραδιογωνιόμετρα. Δυστυχώς το μήνυμά του δεν έφτασε εγκαίρως. Έτσι οι Γερμανοί άρχισαν αμέσως τις έρευνές τους στην Ν. Σμύρνη. 

Παραμονή της 31 Μαρτίου 1943, αργά την νύχτα, ένα μυστηριώδες "χωνί" άρχισε να φωνάζει από κάπου: 

-Προσοχή! Προσοχή! Όποιος έχει ασύρματο να τον κρύψει. Η Γκεστάπο βρίσκεται στα ίχνη του!

Το άκουσε ο Ρούσσος και κατάλαβε πως έφτασε το τέλος του. Και την επομένη το πρωί παράγγειλε στην οργάνωσή του ή να του αλλάξουν αμέσως "στέκι" ή να του δώσουν πιστόλι για να πουλήσει τουλάχιστον ακριβά την ζωή του. Του έστειλαν πιστόλι. Πραγματικά, όταν ανακαλύφτηκε και όρμησαν να τον συλλάβουν οι ναζίδες, ο Ρούσσος με όλο τον πυρετό που τον έκαιγε, τράβηξε το περίστροφό του και σκότωσε τους δύο πρώτους που μπήκαν στο σπίτι. Ένας τρίτος που επιχείρησε να τον αφοπλίσει, έπεσε βαριά πληγωμένος. Μα στο τέλος σωριάστηκε κι ο ίδιος νεκρός κάτω από μια ριπή αυτομάτου!

Ύστερα οι Γερμανοί, αφού απομόνωσαν την οικοδέσποινα κ. Ελένη Γιαννακέα και τις δύο κόρες της - που τις έστειλαν αργότερα στα φοβερά κάτεργα της Γερμανίας - κρύφτηκαν μέσα στο σπίτι και περίμεναν να ξημερώσει για να γραπώσουν και το σύντροφό του που θα ερχόταν να παραλάβει βάρδια. Έτσι κι έγινε. Την επομένη το πρωί, ο Ματθαίος Ανδρόνικος, που δεν ήξερε τα τραγικά συμβάντα της προηγουμένης, έπεσε στα χέρια τους.

Από το σημείο αυτό αρχίζει η πραγματική τραγωδία του παλικαριού αυτού... Συνεχίζεται

Πηγή: "Έλληνες και ξένοι κατάσκοποι στην Ελλάδα", του Γιάννη Β. Ιωαννίδη, β΄ έκδοσις, εκ. Πεζός Λόγος, Αθήναι 1960 - Το πρωτότυπο κείμενο είναι γραμμένο στο πολυτονικό σύστημα και η φωτογραφία δημιουργήθηκε με την βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου