Νικόλαος Καλδάνης, ένας άγνωστος ήρωας της Μικρασίας, εκείνο «το παληκάρι τ' αγλύκαντο και τ' αρρεβωνιασμένο», που χωράτευε ακόμα και με το θάνατο!
Σαν... παραμύθι, μόνο που ήταν η σκληρή πραγματική ζωή και ο βίαιος ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικρασίας! Ο λεβέντης Νικόλαος Σπύρου Καλδάνης (1893-1922) ήταν τραυματισμένος και θα μπορούσε να μην πολεμήσει κατά των αδίστακτων τούρκων, όμως βγήκε μπροστά στην μάχη! Τι έγινε τότε;
Ο Τάκης Παπαδημητρίου διηγείται τα πραγματικά γεγονότα
Παίρνοντας να γράψω για τούτον το μπάρμπα μου, που δεν είχα την ευκαιρία να γνωρίσω, σφίγγω την ψυχή μου, αλλά αφήνω το δάκρυ μου να κυλήσει λεύθερο. Ο πόνος, αποτυπωμένος στο πρόσωπο της Τρανής (γιαγιάς) μου, της μάνας μου και της θείας μου, όπως εγώ μικρός τότε τον εισέπραττα, με κάνει να αισθάνομαι άσχημα, ακόμα και σήμερα... Με πνίγει! Όπως με πνίγει η φρίκη και η δυστυχία των εκατοντάδων χιλιάδων των Ιώνων, κατά τη Μεγάλη Συμφορά και τη φωτιά της Σμύρνης, που, σαν πυρακτωμένη σφραγίδα,σταμπάρισε τη μοίρα της Ελλάδας κατά πως μου τα διηγούνταν ο αυτόπτης μάρτυρας πατέρας μου, και ο άλλος αξιόπιστος μάρτυρας ο μπαρμπα-Χρηστάκης ο άντρας της Θειά-Τσεβούλας... (έκαναν 7 χρόνια αρραβωνιασμένοι, γιατί συνέχεια ήταν στρατιώτες) που έλαβαν μέρος στο φοβερό πόλεμο της Μικρασίας, μαζί με τον αχώριστο φίλο τους Νίκο-Καλντάνη!
Τι να πρωτογράψεις γι' αυτό το παληκάρι; Τι να χαράξεις στο χαρτί για τον λεβεντάνθρωπο Νίκο; Τι να ψελλίσεις για τον πολυαγαπημένο σταυραδερφό του πατέρα μου και τον χιλιολατρεμένο αδερφό της μάνας μου και της θειάς μου; Τι να πρωτοαναφέρεις για τον άφοβο, τον ατρόμητο, το γενναίο και θαρραλέο Νίκο, το τεφαρίκι της Οικογένειας, «το παληκάρι τ' αγλύκαντο και τ' αρρεβωνιασμένο», που χωράτευε ακόμα και με το θάνατο!
Στον πολύνεκρο πόλεμο της Μικρασίας στρατεύτηκαν πολλοί χωριανοί. Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο Παναγιώτης Παπαδημητρίου, ο Γιώργο Δ. Νάσκαρης, ο Γιάννης Ζορμπάς, ο Χρηστάκης Ιωάν. Παπακώστας, ο Νάκο Γιωργαλής και ο Νίκος Σπ. Καλντάνης. Βαθμοφόροι και όλοι του Σχολαρχείου μπήκαν αμέσως στον πόλεμο, ένας εδώ κι άλλος εκεί! Σε μια πολύνεκρη μάχη, ριψοκίνδυνος καθώς ήταν ο Νίκος, τραυματίστηκε. Πήρε ολιγοήμερη αναρρωτική άδεια. Βρισκόταν στη Μονάδα, για ν’ αναλάβει, «υπό ανάρρωσιν».
Ξαφνικά ήρθε σήμα κατεπείγον: «Επίκειται σφοδρή επίθεση των Τούρκων». Άρχισαν προετοιμασίες. Ηθικές και υλικές. Την προπαραμονή της φονικής μάχης στο Εσκή-Σεχίρ, οι άντρες της Μονάδα του Νίκου αναπαύονταν. Και σιγοκουβέντιαζαν. Έκανε ο ένας κουράγιο στον άλλο!
– Μεθαύριο οι σφαίρες θα φάνε κρέας.
– Ας ευχηθούμε να γλιτώσουμε.
– Άντε μωρέ Καλτάνη! Τυχερός είσαι. Εσύ τη γλιτώνεις. Ενώ εμείς...
- Γιατί, ωρέ, εγώ τη γλιτώνω;
- Ε! δε θάσαι στη φωτιά μπροστά!
- Δηλαδή, ρε πατριώτη, επίτηδες το κάνω;
-Έλα, μωρέ, που άψιασες αμέσως! Ε! τραυματίας είσαι, θάσαι πίσω από 'μάς!
- Έτσι σου 'πανε;
Την άλλη μέρα, την παραμονή, ο φιλότιμος Νίκος, ο άντρας ο πραγματικός, ζητάει από το Διοικητή του να πάει, όπως πρώτα, μπροστά.
- Μα είσαι τραυματίας Καλντάνη.
- Ψιλοπράματα! Καλά είμαι!
Ανάλαβε υπηρεσία την παραμονή της μάχης, λες και προαισθανόταν κάτι.
Είπε στην ομάδα του:
- Φυλάξτε και καμιά σφαίρα για τον εαυτό μας. Μη πέσομε ζωντανοί στα σκυλιά. Και βγάζοντας το ρολόι και τη «σκώστρα», τα δίνει στο συγχωριανό, τον Μάνθο-Γεωργαλή.
- Πάρτα, Μάνθο! Αν πάθω τίποτα, δώστα στον πατέρα μου.
«Ανέλαβε» και την επομένη ρίχτηκε στη μάχη! Κόλαση πραγματική! Κορμιά πέφτουν. Ο αγώνας είναι αμφίρροπος.
Μέσα στο χαλασμό ο διπλανός του γέρνει, βαριά τραυματισμένος.
- Μη φοβάσαι αδερφέ μου. Ένα γδάρσιμο είναι. Και τον βάζει στην πλάτη στοργικά, για να τον ακουμπήσει κάπου απόμερα! Και αμέσως ξαναγυρίζει στη θέση του!
Μέσα στη βοή του πολέμου, ξαφνικά διακρίνει έναν Τούρκο στρατιώτη, που προσπαθούσε να κρυφτεί και να γλιτώσει.
- Ωρέ παιδιά! Ένα κοτόπουλο μάς έρχεται. Πάω να το φέρω! Και πετιέται όρθιος (!) και κινείται για να τον πιάσει ζωντανό.
- Κάτσε κάτω, ζουρλέ! ακούστηκε μια στοργική φωνή. Πού να ακούσει ο Νίκος. Προχωρεί ακάλυπτος και άφοβος για το σκοπό του, να συλλάβει τον αντίπαλο στρατιώτη αιχμάλωτο! Κι εκεί που κόντευε να τελέψει το εγχείρημα, το παληκάρι πέφτει κεραυνόπληκτο. Πρόλαβε να φωνάξει:
- Αχ! μάνα μου! Με φάγανε τα σκυλιά.
Δεν αποτελείωσε τη λέξη.Τον τράβηξαν πίσω! Έτρεξαν οι τραυματιοφορείς. Ήταν αργά, όμως, για το μπαρμπα-Νίκο! Η χλωμάδα του θανάτου απλώθηκε στα όμορφα χαρακτηριστικά του, που τα είχε κληρονομήσει από τη μάνα του! Μια σφαίρα (αδέσποτη; Από ελεύθερο σκοπευτή;) τον είχε βρει στο μέτωπο!
Ποιοι και πού τον έθαψαν; Τον άφησαν άθαφτο, βορά στα όρνια; στους γύπες και στα τσακάλια; Κανένας δεν έμαθε ποτέ!! Σε δυο-τρεις μέρες, ύστερα από τη σύμπτυξη ο πατέρας μου βρήκε συναδέλφους του που του διηγήθηκαν τα της μάχης και είχανε να λένε για το παληκάρι.
Η οικογένειά του (η πατρική) έλαβε (τα θυμητάρια το παγούρι του, την ξιφολόγχη; μαζί με το τιμητικό δίπλωμα:
«Απονέμεται το παρόν... Έπεσεν υπέρ πατρίδος»!!
Με τον καιρό το παγούρι και η ξιφολόγχη, χάθηκαν! Τα είχαν δώσει στα παιδιά του Σχολείου για να παίξουν θέατρο και χάθηκαν!! (Όπως χάθηκε και μια φουστανέλα!)
Τα θυμάμαι και τα δυο. Στο παγούρι έγραφε το όνομά του: «Νικόλαος Σπυρ. Καλδάνης» και στην ξιφολόγχη τα αρχικά του: «Ν.Σ.Κ.»
Η Ελληνική Πολιτεία απένειμε στους γονείς τιμητική σύνταξη: 75 δραχμές (!!!)
Τόσο αποτιμήθηκε η θυσία του! Η μάνα μου διηγούνταν ένα ολοζώντανο όνειρο που είχε δει ο Τρανός (παππούς). Νομίζω ότι πρέπει να το αναφέρω:
Είδε στον ύπνο του ένα κάρο να σταματάει μπροστά στη μεγάλη αυλόπορτα της αυλής. Πάνω είχε δυο μοσχάρια. Ένα σφαγμένo κι ένα ζωντανό. Άνοιξαν την αυλόπορτα να τα ξεφορτώσουν! «Και 'κεί ξύπνησα» έλεγε διηγούμενος!
- Σημαδιακό, Σπύραινα, το όνειρο! Εγώ όνειρα δε βλέπω! Τι είναι τούτο που είδα απόψε, που μου 'διωξε τον ύπνο!
- Α κι εσύ που δίνεις σημασία στα εινόρτα, του έλεγε η Τρανή (γιαγιά) μου, προσπαθώντας να τον καθησυχάσει, ενώ η ίδια ένιωθε να τη ζώνουν τα φίδια.
Ώσπου ήρθε το θλιβερό μαντάτο! Σε λίγες μέρες ήρθε από το στρατό ο αδερφός του ο Βασίλης, που απολύθηκε λίγο γρηγορότερα, λόγω του θανάτου του αδερφού του.
Ήταν η «μοίρα»; «Έστρεξε» το σημαδιακό όνειρο; Τι σημασία έχει κι αν μπορούσαμε να το μάθουμε!
Ο Μανθο-Γεωργαλής γυρίζοντας στο χωριό έκανε το χρέος του. Έφερε το ρολόι και τη “σκώστρα” και τα 'δωσε στον πατέρα του ήρωα. Το ρολόι, δεν ξέρω τι έγινε. Τη «σκώστρα» για τα παπούτσια όμως, ο Τρανός την είχε πάντα μαζί του, μέρα-νύχτα!
Κάποτε είχαν πάει στο χωράφι για σκάλο της ρόκας, στον "Πλάτανο". Λίγο πριν από το μεσημέρι γύρισαν κατάκοποι. Φυσικά με τα πόδια! Έφαγαν και έγειραν λίγο να ξαποστάσουν. Εκεί που έκλεινε τα μάτια του ο γέροντας έψαξε για τη «σκώστρα». Πουθενά η «σκώστρα». Έκανε άνω-κάτω το σπίτι, τίποτα. Έστυψε το μυαλό του και θυμήθηκε! Την έβγαλε στον ίσκιο κάτω από τον πλάτανο.
- Θα πάω να τη βρω!
- Μ' αυτό το λιοπύρι; Θα σου 'ρθει νταμπλάς! Πας αύριο!
Δεν άκουσε κανέναν. Πήγε με τα πόδια και γύρισε. Ευτυχώς βρήκε το πολύτιμο θυμητάρι. Και από τότε μέχρι το θάνατο του (τη βάλανε και την «πήρε» μαζί του) τη φύλαγε πάνω του σαν ανεκτίμητο θησαυρό!
Με το θάνατο του Νίκου «μαύρη μαυρίλα πλάκωσε»! Το πατρικό σπίτι βάφτηκε στα μαύρα και μαζί με τα ρούχα βάφτηκαν και οι καρδιές! Ο πόνος καβούριασε κορμιά και ψυχές. Γοερά κλάματα και μοιρολόγια για τρία χρόνια τρικύμιζαν τον αέρα! Δεν ήταν εύκολο να ξεχάσουν το γιο, τον αδερφό, το παληκάρι! «Τ' αγλύκαντο και τ' αρρεβωνιασμένο»!
Από το ανέκδοτο βιβλίο του
«ΣΥΓΓΕΝΙΚΕΣ ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ» - Πηγή: ellineslogotexnes.gr & Φωτογραφία

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου