25/2/2026
Στις 2 Μαΐου 1913, σε μια περίοδο όπου τα Ιωάννινα προσπαθούσαν ακόμη να επουλώσουν τις πληγές του πολέμου μετά την απελευθέρωση, το Στρατοδικείο της πόλης συνεδρίαζε για μια υπόθεση που προκάλεσε οργή...
Στο εδώλιο βρέθηκαν ο φαρμακοποιός και οδηγός του ελληνικού
στρατού Γ. Γκογκάκης και ο βοηθός του Λ. Κατραπατζίδης, κατηγορούμενοι ότι
αυτομόλησαν προς τον οθωμανικό στρατό, παραδίδοντας φορτηγό γεμάτο οβίδες.
Η υπόθεση αφορούσε περιστατικό που είχε σημειωθεί λίγο πριν την απελευθέρωση
της πόλης, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων στην ευρύτερη περιοχή των
ελληνικών και τουρκικών προφυλακών. Οι δύο άνδρες, μεταφέροντας πολεμικό υλικό,
φέρονται να κατευθύνθηκαν προς τις εχθρικές γραμμές και να παρέδωσαν το φορτίο
τους. Από την πρώτη στιγμή, οι υποψίες δεν περιορίστηκαν σε απλή πλάνη πορείας,
αλλά έλαβαν χαρακτήρα εσκεμμένης προδοσίας.
Σιδεροδέσμιοι ενώπιον της Δικαιοσύνης
Μέχρι την ημέρα της δίκης, οι κατηγορούμενοι παρέμεναν σιδηροδέσμιοι. Σύμφωνα
με περιγραφές της εποχής, δεν είχαν κοιμηθεί κανονικά, δεν έτρωγαν και δεν
είχαν ξυριστεί. Η εικόνα τους στο στρατοδικείο ήταν βαριά και φορτισμένη.
Ο Γκογκάκης εμφανίστηκε ψύχραιμος, σχεδόν απαθής. Επέμενε στην αθωότητά του,
υποστηρίζοντας ότι βρέθηκε «κατά λάθος» στις τουρκικές προφυλακές, λόγω
εσφαλμένης πληροφόρησης που – όπως ισχυρίστηκε – του είχε δώσει λοχίας σχετικά
με την απόσταση από τη Φιλιππιάδα έως τον τόπο προορισμού. Δήλωσε ότι δεν
αντιλήφθηκε εγκαίρως πως είχε υπερβεί τις ελληνικές γραμμές.
Αντίθετα, ο βοηθός του παρέμεινε σχεδόν αμίλητος σε όλη τη διαδικασία. Οι
αναφορές της εποχής τον περιγράφουν ως άνθρωπο περιορισμένων αντιδράσεων, χωρίς
ουσιαστική απολογία ή προσπάθεια υπεράσπισης.
Τα στοιχεία που βάρυναν το κατηγορητήριο
Καθοριστικό ρόλο στην κρίση του δικαστηρίου έπαιξαν οι καταθέσεις στρατιωτικών
και οι λεπτομέρειες της διαδρομής. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στις περιοχές
από τις οποίες διήλθε το όχημα υπήρχαν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις: στο Εμίν Αγά
ισχυρή στρατιωτική δύναμη, στην Κανέτα τοπομαχικά πυροβόλα με εκατοντάδες
ιππείς, στο χάνι Φτελιάς εκατοντάδες στρατιώτες, ενώ στην αρχή της πεδιάδας
αναπτύσσονταν πεδινές πυροβολαρχίες.
Παρά ταύτα, ο Γκογκάκης υποστήριξε ότι δεν συνάντησε κανέναν έως ένα
συγκεκριμένο σημείο. Ωστόσο, κατατέθηκε ότι όταν ερωτάτο από σκοπούς, έδινε
διαφορετικές απαντήσεις: σε πεζούς ανέφερε πως μετέφερε οβίδες για τις
πυροβολαρχίες, ενώ σε άλλους ότι μετέφερε ψωμί για τις ελληνικές προφυλακές. Το
γεγονός αυτό θεωρήθηκε ένδειξη παραπλάνησης.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε και στο ότι, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, όταν
πλησίασαν τις ελληνικές γραμμές και οι σκοποί φώναξαν «αλτ», οι δύο άνδρες
συνέχισαν την πορεία τους. Αφού διήλθαν και τους τελευταίους σκοπούς και
βρέθηκαν σε ανοιχτή πεδιάδα, ανέπτυξαν ταχύτητα και κατευθύνθηκαν προς την
εχθρική κατεύθυνση.
Αποδείχθηκε επίσης ότι η παράδοση στους Οθωμανούς έγινε σε απόσταση περίπου
3.600 μέτρων από τις τελευταίες ελληνικές θέσεις, σε ουδέτερη ζώνη, γεγονός που
– κατά την κρίση του δικαστηρίου – παρείχε επαρκή χρόνο για να αντιληφθούν
τυχόν λάθος και να επιστρέψουν.
Κατατέθηκε ακόμη ότι στο αυτοκίνητο του Γκογκάκη είχε βρεθεί κρυμμένο τουρκικό
φέσι. Δεν αποδείχθηκε εάν υπήρχαν άλλα πρόσωπα στο όχημα ούτε ποιος ήταν ο
τελικός σκοπός της πράξης. Ωστόσο, η επικρατούσα εκτίμηση της εποχής ήθελε τον
κατηγορούμενο να έχει δωροδοκηθεί προκειμένου να μεταφέρει πληροφορίες για
επικείμενη ελληνική επίθεση στο Μπιζάνι γεγονός που επισπεύσθηκε η επίθεση και
έγινε στις 7 Ιανουαρίου 1913 ενώ είχε αποφασισθεί να γίνει δύο μέρες αργότερα.
Η απόφαση και η εκτέλεση
Μετά την αποδεικτική διαδικασία και τις αγορεύσεις, το
Στρατοδικείο καταδίκασε και τους δύο σε θάνατο διά τυφεκισμού για εσχάτη
προδοσία. Η απόφαση εκτελέστηκε στις 4 Μαΐου 1913, στις 2 το μεσημέρι, εντός
του περιβόλου του φρουρίου Ιωαννίνων.
Πριν την εκτέλεση, οι δύο άνδρες εξομολογήθηκαν και κοινώνησαν. Στον χώρο είχε
συγκεντρωθεί πλήθος κόσμου. Λίγο πριν από τον τουφεκισμό, ο Γκογκάκης
απευθύνθηκε στο συγκεντρωμένο πλήθος, αρνούμενος την κατηγορία και δηλώνοντας
ότι θανατώνεται αδίκως, υποστηρίζοντας πως επιχειρείται να καλυφθούν λάθη
ανωτέρων. Το πλήθος αντέδρασε έντονα, αποδοκιμάζοντάς τον.
Όταν τους ζητήθηκε εάν επιθυμούν να τους δεθούν τα μάτια, αρνήθηκαν, δηλώνοντας
ότι θέλουν να αντικρίσουν τον θάνατο. Μετά την ανάγνωση της απόφασης και την
καθαίρεσή τους από τον στρατό, γονάτισαν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Δώδεκα στρατιώτες πυροβόλησαν· σύμφωνα με τις περιγραφές, όλες οι σφαίρες
βρήκαν τον στόχο τους.
Φωτογραφίες από σελίδα fb "Μολών Λαβέ"
© Ta Nea tis Mikrospilias 24


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου