Ἡ εὐλογημένη χωριατοπούλα Γεωργία

 

 26/2/2026

Περιφρόνησις, ἐξευτελισμοί, ἀκόμα καὶ ἠθικοί, ξυλοδαρμοὶ καὶ πολλὰ ἀκόμα ἀνήκουστα βασανιστήρια...

τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου*

Ἀπὸ τὸ σύγχρονό μας «Μαρτυρολόγιο τῶν πόλεων». ᾿Eνθυμοῦμαι στὴν πενταετία 1965-70, ὅταν γιὰ πρώτη φορὰ ὑπηρετοῦσα ὡς Ἐφημέριος στὸ Ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας Ἀμφιάλης, μὲ ζήτησαν ἀπὸ κάποιο σπίτι στὰ Ταμπούρια νὰ ἐπισκεφθῶ ἕναν ἄρρωστο.

Ὁ ἀσθενὴς ἦτο Ἱερεύς. Μοῦ διηγήθηκε λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἁγιασμένη του πεῖρα, τὴν ἑξῆς ἱστορία.

Στὴν δεκαετία 1940-50 τὸν ἐπισκέπτονταν κρυφὰ στὴν Ἐκκλησία ὅπου ἐφημέρευε μία ὑπηρέτρια ἀπὸ κάποιο ἀρχοντικὸ σπίτι τοῦ Πειραιᾶ.

Χωριατοπούλα, πολὺ βασανισμένη. Στὸ σπίτι ὅλοι τῆς ἐφέροντο σκληρά. Ἡ κακομεταχείρισι δὲν εἶχε ὅρια.

Παρέμεινε ὅμως ὡς ὑπηρέτρια, γιατὶ ἔπρεπε τὰ λίγα λεφτὰ ποὺ τῆς ἔδιδαν, νὰ τὰ στέλνη στὸ χωριὸ γιὰ νὰ ἀνακουφίζη ἔστω καὶ λίγο τοὺς πάμπτωχους γονεῖς της καὶ τὰ ὀκτὼ ἀδελφάκια της.

Περιφρόνησις, ἐξευτελισμοί, ἀκόμα καὶ ἠθικοί, ξυλοδαρμοὶ καὶ πολλὰ ἀκόμα ἀνήκουστα βασανιστήρια.

– Δυστυχῶς, πάτερ μου, ἤμουν πολὺ δειλὸς παπᾶς καὶ ποτὲ δὲν πῆγα νὰ τοὺς ἐλέγξω μὲ παρρησία!
Ἐγκληματοῦσαν ἐπάνω στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα αὐτοῦ τοῦ δυστυχισμένου πλάσματος καὶ ἐγὼ σιωποῦσα. Βαρὺ τὸ κρῖμα μου…

Καὶ ὁ Ἱερεὺς ἀνελύθη σὲ λυγμοὺς συντριβῆς καὶ μετανοίας.

– Τοὺς φοβόμουν. Ἦσαν πολὺ ἰσχυροὶ ἄρχοντες… ὁ δειλός! συνέχισε μέσα σὲ λυγμούς.

Τὶς νύχτες τὶς περνοῦσε τὸ κακόμοιρο αὐτὸ πλᾶσμα μὲ κλάματα πολλὰ καὶ προσευχή. Ἡ μοναδικὴ ἀνακούφισις ὁ καλὸς Ἐφημέριος καὶ ἡ νυκτερινή της προσευχή.

Ἡ ἀξιοθαύμαστη ὅμως παρηγοριὰ ἤρχετο κυρίως ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψι τῶν «δικῶν» της!… τῶν «φίλων» της, ὅπως ἔλεγε! Παρηγοριά, δύναμις, ὑπομονή, ἐλπίδα!
Ἰδοὺ πόσα τῆς χάριζαν οἱ «ΔΙΚΟΙ» της «ΦΙΛΟΙ», ὅπως ἔλεγε μὲ λυγμούς.

Ὕστερα ἀπὸ δώδεκα περίπου χρόνια εἶχε γίνει σκελετὸς ἀπὸ τὴν κακομεταχείρισι καὶ τὴν ξεδιάντροπη συμπεριφορὰ τῶν «ἀφεντικῶν» της.

Μιὰ βραδυά, ἐκεῖ ποὺ ἔκλαιγε, πλημμύρισε ἡ σκοτεινὴ σοφίτα της ἀπὸ ἕνα φῶς ὑπέρλαμπρο ποὺ γέμισε τὴν ψυχούλα της ἀπὸ ἔκστασι καὶ εἰρήνη.

Καὶ νά, σὲ λίγο ἐμφανίζονται μπροστά της δύο Ἄγγελοι…

– Γεωργία, τῆς εἶπαν, τελείωσαν τὰ βάσανά σου, τὰ ὁποῖα ὑπέμεινες τόσο ἀγόγγυστα.Σὲ δυὸ μέρες θά ᾿ρθουμε καὶ θὰ σὲ πάρουμε, στὶς 5.00 τὸ ἀπόγευμα καὶ θὰ σὲ πᾶμε στὴ χαρὰ τοῦ Θεοῦ, στὸν Παράδεισο!…

Καὶ ἐξαφανίσθηκαν.

Μαζὶ μ᾿ αὐτοὺς ἄρχισε σιγά-σιγὰ νὰ λιγοστεύη καὶ ἡ ὁλόλαμπρη αὐτὴ φωτοχυσία, μέχρι ποὺ ἔσβησε τελείως. Μία ἀπέραντη γαλήνη καὶ γλύκα τὴν κατέλαβε ὁλόκληρη.
Καὶ μία σιγουριά…

Τὴν ἄλλη μέρα βρῆκε εὐκαιρία καὶ τὰ εἶπε ὅλα στὸν ἀγαθὸ παππούλη, καθὼς καὶ ὅτι θὰ τὸ κάμη γνωστὸ στὰ ἀφεντικά της.

– Θὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ μὴ φύγουν τὸ ἀπόγευμα, γιατὶ θὰ ἔλθουν οἱ «δικοί» μου νὰ μὲ πάρουν. Καὶ τοὺς τὸ ἀνακοίνωσε.

– Ἄ, νὰ σὲ πάρουν! Ἐπὶ τέλους… θὰ σὲ ξεφορτωθοῦμε… Καλά,  καλά, θὰ εἴμαστε ἐδῶ…, ἀπάντησαν αὐτοὶ σκληρά.

Ἦλθε ἡ τετάρτη ἀπογευματινή.

– Ἀκόμα νὰ ἔλθουν οἱ δικοί σου; Ἐμεῖς θέλουμε νὰ φύγουμε. Ἔχουμε δουλειά.

– Σᾶς παρακαλῶ, καθῆστε μέχρι τὶς πέντε.

– Καλά, καλά…

Καὶ ἡ πέμπτη ἀπογευματινὴ ἔφθασε.

– Ἔρχονται…, ἔρχονται οἱ «ΔΙΚΟΙ» μου!…, φώναξε.

Ξάπλωσε στὸ πάτωμα, ἔκαμε τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, σταύρωσε τὰ χέρια της στὸ στῆθος της καὶ παρέδωσε τὴν πολυβασανισμένη ψυχούλα της στὰ χέρια τῶν Ἀγγέλων!

Ἀκόμα νὰ συνέλθουν τὰ ἀφεντικά της!

Χριστιανοί μου, πῶς ὠνόμασε αὐτὴ ἡ ἁγιασμένη ψυχὴ τοὺς Ἀγγέλους;
«Οἱ δικοί μου», «οἱ φίλοι μου». Ἐμεῖς μποροῦμε;…
__________
(*) Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Γνῶσις καὶ Βίωμα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, σελ. 502 503, Πειραιὰς 2005. ● Ἐπιμέλ. ἡμετ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

Οἰκοδομὴ καὶ Παραμυθία
Περιοδική Ἔκδοσις  τῆς Ἱερᾶς Γυναικείας Μονῆς τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων
Ἀριθμὸς τεύχους 23 – Σεπτέμβριος 2025

Εἰκόνα: «Τὸ ἰδανικό»  ἔργο τοῦ Louis Janmot ἀπὸ: wikimedia. commons 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου