Σιωπηλή συνομιλία

 

Το ρήγμα δεν αρχίζει ποτέ εκεί που νομίζουμε. Δεν ξεκινά στους δρόμους, στις πλατείες, στα κοινοβούλια ή στις οθόνες. Ξεκινά σιωπηλά, μέσα στο σώμα και στη σκέψη,

σε μια στιγμή που δεν μπορείς να ονοματίσεις με ακρίβεια. Ίσως ένα πρωινό που ξυπνάς και νιώθεις πως τίποτα δεν σε περιμένει. Ίσως ένα βράδυ που, ενώ όλα φαίνονται τακτοποιημένα, κάτι μέσα σου παραμένει άλυτο. Μια αίσθηση απροσδιόριστης κόπωσης. Όχι σωματικής. Υπαρξιακής.

Σαν να κουράστηκες να είσαι εσύ.

Δεν είναι κατάθλιψη, ούτε απελπισία. Είναι πιο ύπουλο. Είναι η απώλεια του νοήματος χωρίς να έχει χαθεί η λειτουργικότητα. Συνεχίζεις να εργάζεσαι, να κινείσαι, να μιλάς, να γελάς. Αλλά όλα μοιάζουν να γίνονται μηχανικά, χωρίς εσωτερικό βάθος. Σαν να ζεις σε δεύτερο επίπεδο, παρατηρώντας τη ζωή αντί να συμμετέχεις σε αυτήν.

Και όσο αυτή η αίσθηση βαθαίνει, τόσο ο άνθρωπος αρχίζει να αποσύρεται. Όχι εξωτερικά. Εσωτερικά. Σκληραίνει. Γίνεται πιο απόλυτος, πιο βιαστικός, πιο επιθετικός ή πιο αδιάφορος. Ο καθένας βρίσκει τον δικό του τρόπο να προστατευτεί από το κενό. Κάποιοι γεμίζουν το πρόγραμμά τους μέχρι ασφυξίας. Άλλοι γεμίζουν τον λόγο τους με βεβαιότητες. Άλλοι καταφεύγουν στην ειρωνεία, στον κυνισμό, στην απόσυρση. Όμως όλοι προσπαθούν να αποφύγουν το ίδιο πράγμα: τη συνάντηση με τον εαυτό τους.

Γιατί εκεί, στο βάθος, υπάρχει η επίγνωση του ορίου. Ότι ο χρόνος περνά. Ότι τίποτα δεν κρατά για πάντα. Ότι οι σχέσεις φθείρονται, τα σώματα γερνούν, οι βεβαιότητες καταρρέουν. Και αυτή η επίγνωση, αν δεν αντέχεται, μετατρέπεται σε άγχος. Το άγχος σε φόβο. Και ο φόβος σε ανάγκη ελέγχου.

Έτσι γεννιέται ο σύγχρονος άνθρωπος: δραστήριος, ενημερωμένος, γεμάτος άποψη, αλλά βαθιά αποσυνδεδεμένος. Από τον εαυτό του πρώτα, και κατόπιν από τους άλλους. Δεν έχει χρόνο να σταθεί. Δεν έχει χώρο να νιώσει. Και σιγά σιγά, χάνει την ικανότητα να σχετίζεται.

Η κοινωνία δεν διαλύεται επειδή διαφωνούμε. Διαλύεται επειδή δεν αντέχουμε πια να ακούμε. Δεν αντέχουμε να καθυστερήσουμε, να επεξεργαστούμε, να αμφισβητήσουμε τον εαυτό μας. Κάθε λέξη γίνεται θέση μάχης. Κάθε διαφορά γίνεται απειλή. Κάθε συζήτηση μετατρέπεται σε ανταγωνισμό. Όχι γιατί μας νοιάζει τόσο πολύ η αλήθεια, αλλά γιατί φοβόμαστε να μείνουμε χωρίς ταυτότητα.

Ο διχασμός προσφέρει κάτι πολύτιμο: βεβαιότητα. Σου λέει ποιος είσαι, με ποιον είσαι, εναντίον ποιου είσαι. Σου δίνει ρόλο. Και ο ρόλος λειτουργεί σαν πανοπλία απέναντι στο χάος. Γι’ αυτό οι κοινωνίες διχάζονται τόσο εύκολα. Όχι από κακία, αλλά από ανάγκη. Από ανάγκη νοήματος.

Κι όμως, αυτή η ανάγκη, όσο περισσότερο εξωτερικεύεται, τόσο περισσότερο βαθαίνει το εσωτερικό κενό. Γιατί καμία ιδεολογία, καμία ομάδα, κανένα αφήγημα δεν μπορεί να καλύψει το βάρος της ύπαρξης. Μπορεί να το αναβάλει. Μπορεί να το μεταμφιέσει. Αλλά δεν μπορεί να το ακυρώσει.

Υπάρχουν στιγμές που αυτό το κενό εμφανίζεται καθαρά. Στην απώλεια. Στην ασθένεια. Στη σιωπή ενός σπιτιού που κάποτε είχε ζωή. Στο βλέμμα ενός παιδιού που ρωτά πράγματα στα οποία δεν έχεις απαντήσεις. Εκεί, για λίγο, πέφτουν οι άμυνες. Και τότε ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τη γυμνή αλήθεια: ότι δεν ελέγχει σχεδόν τίποτα. Ότι η ύπαρξη είναι εύθραυστη. Ότι η ζωή δεν δίνει εγγυήσεις.

Σε αυτές τις στιγμές, κάποιοι κλείνουν ακόμη περισσότερο. Άλλοι, όμως, αρχίζουν να ανοίγουν. Όχι προς τα έξω, αλλά προς τα μέσα. Και αυτή η κίνηση είναι το σημείο καμπής. Γιατί εκεί αρχίζει η αυτογνωσία.

Η αυτογνωσία δεν είναι αυτοβελτίωση. Δεν είναι τεχνική. Δεν είναι στόχος. Είναι σύγκρουση. Είναι το θάρρος να κοιτάξεις μέσα σου χωρίς ωραιοποίηση. Να δεις την ανασφάλεια, τη ζήλια, την ανάγκη για έλεγχο, τον φόβο της απόρριψης, την αγωνία της μοναξιάς. Να τα δεις χωρίς να τα δικαιολογήσεις, χωρίς να τα καταδικάσεις. Απλώς να τα αναγνωρίσεις.

Και αυτή η αναγνώριση είναι οδυνηρή. Γιατί καταρρίπτει την εικόνα που έχεις για τον εαυτό σου. Σε φέρνει αντιμέτωπο με τα όριά σου. Με το γεγονός ότι δεν είσαι όσο δυνατός, όσο αυτάρκης, όσο σίγουρος πίστευες. Αλλά ακριβώς εκεί γεννιέται και κάτι άλλο: η δυνατότητα της σχέσης.

Ο άνθρωπος που έχει δει τη δική του ευθραυστότητα, δεν τρομάζει τόσο εύκολα από την ευθραυστότητα του άλλου. Ο άνθρωπος που έχει αποδεχτεί το κενό του, δεν χρειάζεται να το καλύψει κυριαρχώντας. Ο άνθρωπος που έχει συμφιλιωθεί με την αβεβαιότητα, δεν αναζητά απόλυτες απαντήσεις.

Και τότε, για πρώτη φορά, η συνάντηση με τον άλλον παύει να είναι απειλή.

Η σχέση δεν είναι ένωση δύο πληροτήτων. Είναι συνάντηση δύο ελλείψεων. Δύο ανθρώπων που ξέρουν ότι δεν επαρκούν μόνοι τους. Όχι με την έννοια της αδυναμίας, αλλά με την έννοια της ανοιχτότητας. Ότι ο άλλος δεν είναι εκεί για να σε συμπληρώσει, αλλά για να συνυπάρξει μαζί σου μέσα στην κοινή αβεβαιότητα.

Αυτό αλλάζει τα πάντα. Γιατί τότε η διαφωνία δεν διαλύει. Η διαφορά δεν απειλεί. Η σύγκρουση δεν καταστρέφει. Γίνεται διάλογος. Κίνηση. Δυναμική. Ζωή.

Η κοινωνία αρχίζει να επουλώνεται όχι όταν εξαφανίζονται οι εντάσεις, αλλά όταν αλλάζει ο τρόπος που τις αντέχουμε. Όταν μπορούμε να μείνουμε μέσα στη δυσκολία χωρίς να καταφύγουμε αμέσως στη βία, λεκτική ή ψυχική. Όταν μπορούμε να ακούμε χωρίς να ετοιμάζουμε απάντηση. Όταν μπορούμε να πούμε «δεν ξέρω» χωρίς ντροπή.

Υπάρχει μια βαθιά παρεξήγηση γύρω από τη δύναμη. Τη φανταζόμαστε ως επιβολή, έλεγχο, υπεροχή. Στην πραγματικότητα, η βαθύτερη μορφή δύναμης είναι η αντοχή. Η ικανότητα να στέκεσαι μέσα στην αβεβαιότητα χωρίς να σπας. Να αντέχεις την ένταση χωρίς να σκληραίνεις. Να παραμένεις ανοιχτός ενώ όλα σε σπρώχνουν να κλειστείς.

Αυτή η αντοχή δεν είναι παθητικότητα. Είναι ενεργή στάση. Είναι επιλογή. Και αυτή η επιλογή, όταν γίνεται συλλογική, μεταμορφώνει την κοινωνία.

Γιατί τότε το «μαζί» παύει να είναι σύνθημα. Γίνεται εμπειρία.

Όχι ως συγχώνευση, αλλά ως συνύπαρξη. Όχι ως ομοιομορφία, αλλά ως αρμονία μέσα στη διαφορά. Όχι ως ασφάλεια, αλλά ως κοινό ρίσκο.

Ίσως εκεί βρίσκεται και το βαθύτερο νόημα της κοινωνίας: όχι να προστατεύει από την αγωνία της ύπαρξης, αλλά να τη μοιράζεται. Να δημιουργεί χώρους όπου ο άνθρωπος μπορεί να σταθεί γυμνός, χωρίς μάσκες, χωρίς ρόλους, χωρίς άμυνες. Να μπορεί να πει «κουράστηκα», «φοβάμαι», «δεν αντέχω», και να μη νιώσει ότι καταρρέει.

Γιατί όταν ο πόνος μοιράζεται, μεταμορφώνεται. Όταν η αγωνία βρίσκει λέξεις, γίνεται σκέψη. Όταν η σκέψη βρίσκει σχέση, γίνεται νόημα.

Και τότε, σιγά σιγά, κάτι αλλάζει. Όχι θεαματικά. Όχι θορυβωδώς. Αλλά βαθιά.

Οι άνθρωποι αρχίζουν να βλέπουν ο ένας τον άλλον όχι ως αντίπαλο, αλλά ως συνοδοιπόρο στο ίδιο βάρος. Όχι ως απειλή, αλλά ως καθρέφτη. Όχι ως εργαλείο, αλλά ως πρόσωπο.

Εκεί, στο πιο αθόρυβο σημείο, αρχίζει να κλείνει το ρήγμα.

Όχι επειδή λύθηκαν όλα τα προβλήματα. Αλλά επειδή άλλαξε το βλέμμα. Και το βλέμμα, όταν αλλάζει, μεταμορφώνει τον κόσμο.

Γιατί η κοινωνία δεν ενώνεται όταν συμφωνούμε σε όλα. Ενώνεται όταν αντέχουμε να υπάρχουμε μαζί μέσα στην αβεβαιότητα. Όταν επιλέγουμε τη σχέση αντί για την άμυνα. Όταν το σκοτάδι παύει να μας τρομάζει και γίνεται χώρος κατανόησης.

Και αυτό δεν είναι εύκολο. Δεν είναι άνετο. Δεν είναι γρήγορο.

Είναι, όμως, αληθινό.

Και ίσως αυτό αρκεί.


Νήφων - Πηγή: ellinonfos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου