Για εκείνους που θα έρθουν»: ο Καποδίστριας ως τραγικό όραμα

 
4/1/2025

Ο πρώτος κυβερνήτης μας, ο Ιωάννης Καποδίστριας, δεν είναι μόνο ένας τραγικός ήρωας αλλά είναι και ο φορέας μιας ανεκπλήρωτης αποστολής...

 Του Δημήτρη Τσιγάρα

Ο «Καποδίστριας» του Γιάννη Σμαραγδή δεν επιχειρεί απλώς την αναπαράσταση μιας ιστορικής μορφής, αλλά τη σκιαγράφηση ενός τραγικού πολιτικού οράματος. Η ταινία αναδεικνύει μία από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, τον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια, όχι ως αμιγώς ηρωικό πρόσωπο, αλλά ως φορέα μιας ανεκπλήρωτης αποστολής.

Η κριτική μου ματιά εστιάζει στη σκηνή της παράδοσης του φακέλου στον υπασπιστή και στη φράση «γι’ αυτούς που θα έρθουν και θα θελήσουν», η οποία λειτουργεί ως συμπυκνωμένος κινηματογραφικός υπαινιγμός της τραγικής συνείδησης ενός ανθρώπου που θέλησε να συγκροτήσει την Ελλάδα ως κράτος, αλλά δεν πρόλαβε - ή δεν του επετράπη - να ολοκληρώσει το έργο του.

Η φράση του Ιωάννη Καποδίστρια στην ταινία -«να τον παραδώσεις σ’ αυτούς που θα έρθουν και θα θελήσουν»- λειτουργεί ως πυκνός φιλοσοφικός πυρήνας, γύρω από τον οποίο οργανώνεται όχι μόνο η δραματουργία της συγκεκριμένης σκηνής, αλλά και ολόκληρη η στοχαστική πρόταση της ταινίας. Δεν πρόκειται απλώς για τα λόγια ενός ανθρώπου που προαισθάνεται τον θάνατό του, είναι η παρακαταθήκη ενός πολιτικού που αντιλαμβάνεται ότι η Ιστορία δεν ολοκληρώνεται με τη βιολογική παρουσία εκείνων που τη θεμελιώνουν.

Ο Σμαραγδής κινηματογραφεί τον Καποδίστρια ως τραγική μορφή, όχι ως ήρωα με την κλασική έννοια της νίκης, αλλά ως ήρωα της ήττας, η οποία μετασχηματίζεται σε ηθική υπεροχή. Η επίγνωση της επικείμενης δολοφονίας δεν τον οδηγεί σε πικρία ή καταγγελία, αλλά σε μια πράξη βαθιάς πολιτικής ταπεινότητας. Ο φάκελος δεν παραδίδεται στους ισχυρούς του παρόντος, αλλά σε εκείνους που «θα θελήσουν» στο μέλλον. Η λέξη «θελήσουν» είναι καθοριστική, δεν αναφέρεται στη δύναμη ούτε στη γνώση, αλλά στη βούληση. Η Ελλάδα, υπονοεί ο Καποδίστριας της ταινίας, δεν απέτυχε επειδή δεν διέθετε ανθρώπους, αλλά επειδή δεν είχε ακόμη τη συλλογική θέληση να γίνει κράτος.

Σε αυτό το σημείο η ταινία υπερβαίνει την ιστορική αναπαράσταση και εισέρχεται στο πεδίο της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο Καποδίστριας δεν παρουσιάζεται ως σωτήρας που απλώς προδόθηκε από τους προύχοντες, αλλά ως φορέας μιας πρόωρης συνείδησης. Επιχείρησε να οικοδομήσει ένα κράτος δικαίου πάνω σε μια κοινωνία εθισμένη στην προσωποπαγή εξουσία, στο τοπικό συμφέρον και στην ιδέα της ελευθερίας χωρίς ευθύνη. Η αποτυχία του, έτσι, δεν είναι μόνο ιστορική, είναι υπαρξιακή. Η Ελλάδα, όπως την οραματίστηκε, δεν υπήρχε ακόμη.

Ο Σμαραγδής, πιστός στο ποιητικό και συμβολικό του ύφος, χρησιμοποιεί τη σκηνή αυτή ως γέφυρα ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Ο φάκελος μετατρέπεται σε σύμβολο ανολοκλήρωτου σχεδίου, αλλά και διαρκούς πρόσκλησης. Δεν περιέχει απλώς έγγραφα ή ιδέες, εμπεριέχει ένα ερώτημα: «Θέλουμε;». Και το ερώτημα αυτό δεν απευθύνεται μόνο στους χαρακτήρες της ταινίας, αλλά στους θεατές, στους πολίτες κάθε εποχής.

Η στοχαστική δύναμη της ταινίας έγκειται ακριβώς εδώ: δεν εξιδανικεύει τον Καποδίστρια ως άμεμπτο άγιο της πολιτικής, αλλά τον αναδεικνύει ως καθρέφτη των ορίων μας. Εκείνος «θέλησε να φτιάξει την Ελλάδα», αλλά η Ελλάδα δεν θέλησε ακόμη να φτιαχτεί. Έτσι, ο θάνατός του δεν αποτελεί μόνο πολιτική δολοφονία, συνιστά ρήξη ανάμεσα στο όραμα και στην κοινωνική ωριμότητα.

Η τελευταία αυτή παρακαταθήκη, δοσμένη αθόρυβα στον υπασπιστή, μοιάζει με ψίθυρο μέσα στον χρόνο. Δεν καταγγέλλει, δεν εκδικείται, δεν επιβάλλεται. Περιμένει. Και η ταινία, μέσα από αυτή τη σιωπηλή αναμονή, θέτει το πιο ανήσυχο ερώτημα της νεοελληνικής ιστορίας: μήπως ο φάκελος παραμένει ακόμη ανοιχτός, επειδή εκείνοι που «θα θελήσουν» δεν έχουν έρθει ακόμη; -Πηγή

Διαβάστε επίσης:

-Ιωάννης Καποδίστριας: 8 Ιανουαρίου αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ως πρώτος Κυβερνήτης με τους Έλληνες να είναι υποσιτισμένοι και σκελετωμένοι 

-Ο μαύρος Σεπτέμβρης του Ελληνισμού: Δολοφονία του άχραντου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου